Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

"Μήπως φταίει το τρενάκι"

ΤΙ κρίμα που τα Σάββατα το τρενάκι εκτελεί δρομολόγια κάθε μία ώρα.Γιατί τα Σάββατα, οι επιβάτες του δεν είναι μόνο οι κάτοικοι της Παναγίας. Τουρίστες, γονείς ή γιαγιάδες με παιδάκια σχεδόν σφηνώνονται στις 17 του θέσεις για την εμπειρία της μικρής του διαδρομής μέσα από τα στενά της Παλιάς Πόλης.
Σήμερα, ως επιβάτης του, έμαθα ότι έχει διατυπωθεί αίτημα στη Δημωφέλεια σχετικά με την πύκνωση των δρομολογίων τα Σάββατα, ακριβώς γιατί ενώ πρέπει να εξυπηρετηθούν οι κάτοικοι της Παλιάς Πόλης, το τρενάκι έχει κι άλλους "πελάτες" Αλλά από ποιους και σε τι πρόοδο ανταπόκρισης βρίσκεται δεν πρόλαβα να μάθω.
Όπως και να χει, ήταν ωραία σήμερα. Βρέθηκα στο δεύτερο βαγόνι του να "κρατώ" θέση, μισή ώρα πριν ξεκινήσει. Λες και "κλωσούσα" αβγά. Είχαμε ήδη χάσει το τρένο των 12 και έπρεπε να αποζημιώσω τον μικρό για την "κακοτοπιά" μου να μη προβλέψω την...κίνηση.
Η διαδρομή ήταν ωραία. Ήταν... Ελλάδα...Είχε από όλα. Τους ανθρώπους στο σκάφανδρο του τρένου, τους έξω, τους πεσμένους σοβάδες και τα σοβατισμένα μπαλκόνια με λουλούδια, το Ιμαρέτ, την Παλιά Μουσική, τα μαγαζάκια στην Παναγία, κόσμο που βολτάριζε, που έπινε καφέ ή τσίπουρο, προσόψεις με κρεμασμένα πασχαλινά αβγά και μια κηδεία ακριβώς σε μία στάση του. Αν κάποιος ήθελε να δει ένα teaser για το πώς ανασαίνει η πόλη και η χερσόνησος την Άνοιξη του 2017, η διαδρομή αυτή θα του το έδινε έτοιμο.
Αυτό ωστόσο που μου έμεινε και πάλι ως επίγευση, ήταν ακριβώς το ίδιο. Η ίδια απορία. Πώς γίνεται τελικά κάθε φορά, λες αυτόματα, με την είσοδο στο τρενάκι να μπαίνεις λες σε άλλη διάσταση, να γίνεσαι εκεί μέσα μια παρέα με όλους και η επικοινωνία να ξετυλίγεται τόσο αυθόρμητα και πάντα με χαμόγελο. Και επαναδιατυπώνω το ίδιο ερώτημα που έθεσα πριν δύο χρόνια περίπου: συμβαίνει κάτι με τους κατοίκους της Παναγίας και είναι τόσο χαμογελαστοί και καλοπροαίρετοι ή μήπως φταίει το τρενάκι;
Έβγαλα από τα κιτάπια μου σήμερα το κείμενο που δημοσιεύτηκε τότε στην εφημερίδα Ν. Εγνατία και σας το παραθέτω, με την ίδια αίσθηση. 

-------------------------------------------
"Μήπως φταίει το τρενάκι;
Μεσημέρι Σαββάτου. Η πόλη, γυναίκα σε δοκιμαστήριο, νευρωτικά αλλάζει όψεις. Γίνεται μοντέρνα, χαλαρή, επιχειρηματίας, έφηβη, παλιομοδίτισσα, συντηρητική, εξεζητημένη ανάλογα με το κοστούμι που της προτείνουν οι ξεχυμένοι στους δρόμους και τα στενά της λόγω της λιακάδας κάτοικοι…
Το τρενάκι που μεταφέρει επιβάτες στα απρόσιτα με άλλο μέσο στενά της παλιάς πόλης φαίνεται να συμμερίζεται το mixed style του Σαββάτου… Σταθμευμένο στο γνωστό σημείο, περιμένει τους λεπτοδείκτες με εξαιρετική ακρίβεια να κλειδώσουν στο ολόκληρο της ώρας για να ξεκινήσει την προγραμματισμένη διαδρομή. Ήδη οι πρώτοι ηλικιωμένοι, βρίσκονται καθισμένοι στις θέσεις τους, δημιουργώντας στον ανυποψίαστο περαστικό την εντύπωση ότι το τρένο είναι έτοιμο να ξεκινήσει, κι ας χρειάζεται ακόμη μισή ώρα για το καθορισμένο δρομολόγιο. Σακούλες με λαχανικά και τα εδώδιμα του Σαββατοκύριακου, ψάρια, κοτόπουλα και μια αρμαθιά πράσα που περισσεύουν στριμώχνονται ανάμεσα στις συζητήσεις για τον καιρό, την άνοιξη που δεν έρχεται, την κίνηση στην πόλη και ως εκεί. Μια συνωμοτική αόρατη κόκκινη γραμμή ορίζει τις συνδιαλλαγές τους κάθε μέρα και καθορίζει τη μορφή της σχέσης τους.
Ο οδηγός σε ένα παγκάκι λίγο πιο πέρα διαβάζει ανενόχλητος την εφημερίδα του. Μια κυρία με τον πεντάχρονο μικρό της επιβιβάζεται εγκαίρως μακαρίζοντας την τύχη της που πρόλαβε να βρει κενές θέσεις, ενώ εκείνος έχει κολλήσει το προσωπάκι του στο τζάμι, σα κεντρικό θέμα στη βιτρίνα μαγαζιού. Αν υπήρχαν μαγαζιά που πουλούσαν ενθουσιασμό, σίγουρα οι πωλήσεις λόγω θέματος, θα αυξάνονταν κατακόρυφα. Μια αλλοδαπή γηραιά κυρία ,ίδια με μπάμπουσκα, χαμογελά αμήχανα στο παιδάκι αφήνοντας να φανεί το χρυσό της δόντι. Έχει τοποθετήσει την τσάντα της στη διπλανή θέση, περιμένοντας την μαυροφορεμένη συντρόφισσά της, η οποία έχοντας διαχειριστεί τον όγκο της, τώρα μασά σα στραγάλια τις αλλόγλωσσες λέξεις της, που στα αυτιά του μικρού ηχούν σα νότες από πρωτάκουστο ρυθμό. Το όχημα τώρα αρχίζει να γεμίζει ασφυκτικά. Μερικά ακόμη παιδάκια σέρνονται στην κυριολεξία από τους γονείς τους, προσπαθώντας να προλάβουν τις θέσεις για την πολυπόθητη βόλτα. Ένα από αυτά κρατά σα λάφυρο ένα πελώριο γλειφιτζούρι. Την ίδια ώρα πλανόδιοι πραματευτές μπαινοβγαίνουν προσφέροντας τα χειροποίητα καλούδια τους μαζί με το συρτό τους παράπονο.
Ξαφνικά η μηχανή ακούγεται και το σφύριγμα του τρένου σημαίνει άλλη διάσταση. Μια αίσθηση αλλιώτικη στην ατμόσφαιρα και μόνο από την γνώση ότι η βόλτα γίνεται με τρένο. Το ανθρώπινο χαρμάνι του τρένου, αφήνεται στην αίσθηση του παλιού, ενώ η εγγύτητα του κλειστού του χώρου φαίνεται να έχει καταργήσει τις συμβάσεις.
-Σκούπισε το παιδί, έχει μυξούλες στο πρόσωπο, απευθύνεται με οικειότητα ένας νεαρός μπαμπάς σε έναν άλλον απέναντι.
-Είναι από το κλάμα μήπως χάσουμε το τρενάκι. Έχεις ένα;
- Ευτυχώς που υπάρχει και το τρενάκι, διακόπτει τη συζήτηση ένας υπερήλικας κύριος με μπαστούνι, αλλιώς θα ήμασταν καταδικασμένοι να μη βγαίνουμε από τα σπίτια μας. Δύσκολη συνοικία η Παναγία.
ΟΙ κουβέντες άρχισαν να ανταλλάσσονται χωρίς βιάση, λες και η δεκάλεπτη διαδρομή θα διαρκούσε ώρες…
-Μια χαρά είμαστε εδώ, παππού, αντέτεινε ο ίδιος νεαρός. Αθήνα, Θεσσαλονίκη, χαμός γίνεται. Με τις αποστάσεις, με τις δουλειές, με όλα…
-Ναι, βέβαια, μια χαρά, δόξα τω θεώ. Η πόλη μας είναι όμορφη, βολική, εξυπηρετική. Δε λέω. Να, λίγο η κρίση, το άγχος να μην ήτανε…
-Εμ, παππού, ο καθένας έβγαζε τα πόδια έξω από το πάπλωμά του τόσα χρόνια. Πρέπει να ξέρεις μέχρι που φτάνει το πάπλωμά σου. Και να δεχτείς ότι άλλος έχει, άλλος δεν έχει. Να μη ζηλεύεις τον άλλον και προσπαθείς να του μοιάσεις. Να ζεις προσπαθώντας ναι. Αλλά όχι ζηλεύοντας. Να ζεις κάθε φορά την ηλικία σου. Να κοίτα. Εγώ τώρα έχω παιδιά. Άλλες προτεραιότητες. Μου αρέσει. Λέω: τώρα είσαι εδώ. Έχεις να δώσεις άλλα.
Ο νεαρός συνέχισε να ομιλεί και είχε πλέον αποκτήσει αφοσιωμένο ακροατήριο που απολάμβανε αυτήν την… ανταλλαγή των ρόλων, τον νεαρό στη θέση συμβουλάτορα και τον παππού αποδέκτη των θέσεών του…
-Και η κρίση; Το άγχος; Εσύ δεν έχεις άγχος; Η ερώτηση του παππού τέθηκε σε τόνο επιτακτικό.
-Γιατί να έχω άγχος. Όλα καλά θα πάνε. Αρκεί να έχουμε καλή διάθεση. Να ζούμε αυτό που έχουμε. Κι αν η συχνότητα έχει μειωθεί στις προηγούμενες μας απολαύσεις, θα έρθει και η ανάπτυξη, αρκεί να το θέλουμε και εμείς. Να μη μεγαλώνουμε τα παιδιά μας με αδιαφορία ή φόβο. Να μιλάμε στα παιδιά.
- Θα έρθει η ανάπτυξη, βεβαίωσε ο έτερος πατέρας, που κρατούσε στο χέρι το χαρτομάντιλο.
-Θα έρθει, σιγοψιθύρισαν και κάποιοι άλλοι.
-Πρέπει να το αντιμετωπίσουμε με χιούμορ, συμπλήρωσε μια γυναίκα. Είναι κι αυτό μια λύση...
Τώρα ο παππούς, λες καθησυχασμένος για το μέλλον του τόπου του, φλυαρούσε όμορφα, «ξεναγώντας» τους άγνωστους μέχρι πριν συμπολίτες του στην «Παλιά Μουσική», που οι κάτοικοι της Παναγίας την αποκαλούν τζαμί, στη βυζαντινή εκκλησία που φαίνεται κάτω από το γυάλινο πάτωμα του κτιρίου και στο Πρώτο Δημοτικό Σχολείο… Μιλούσε για το σύλλογό τους, μιλούσε, μιλούσε…
Εντωμεταξύ το βλέμμα του μικρού παιδιού με το γλειφιτζούρι έγλειφε με λαιμαργία τα στενά σοκάκια από τις παλιές γειτονιές.
Ήταν ο ήλιος που ξεχασμένος τόσες μέρες ζέστανε τις καρδιές ανθρώπων που πρώτη φορά βρίσκονταν μεταξύ τους;
Ή μήπως … φταίει το τρενάκι;"

Δεν υπάρχουν σχόλια: