Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

"Μήπως φταίει το τρενάκι"

ΤΙ κρίμα που τα Σάββατα το τρενάκι εκτελεί δρομολόγια κάθε μία ώρα.Γιατί τα Σάββατα, οι επιβάτες του δεν είναι μόνο οι κάτοικοι της Παναγίας. Τουρίστες, γονείς ή γιαγιάδες με παιδάκια σχεδόν σφηνώνονται στις 17 του θέσεις για την εμπειρία της μικρής του διαδρομής μέσα από τα στενά της Παλιάς Πόλης.
Σήμερα, ως επιβάτης του, έμαθα ότι έχει διατυπωθεί αίτημα στη Δημωφέλεια σχετικά με την πύκνωση των δρομολογίων τα Σάββατα, ακριβώς γιατί ενώ πρέπει να εξυπηρετηθούν οι κάτοικοι της Παλιάς Πόλης, το τρενάκι έχει κι άλλους "πελάτες" Αλλά από ποιους και σε τι πρόοδο ανταπόκρισης βρίσκεται δεν πρόλαβα να μάθω.
Όπως και να χει, ήταν ωραία σήμερα. Βρέθηκα στο δεύτερο βαγόνι του να "κρατώ" θέση, μισή ώρα πριν ξεκινήσει. Λες και "κλωσούσα" αβγά. Είχαμε ήδη χάσει το τρένο των 12 και έπρεπε να αποζημιώσω τον μικρό για την "κακοτοπιά" μου να μη προβλέψω την...κίνηση.
Η διαδρομή ήταν ωραία. Ήταν... Ελλάδα...Είχε από όλα. Τους ανθρώπους στο σκάφανδρο του τρένου, τους έξω, τους πεσμένους σοβάδες και τα σοβατισμένα μπαλκόνια με λουλούδια, το Ιμαρέτ, την Παλιά Μουσική, τα μαγαζάκια στην Παναγία, κόσμο που βολτάριζε, που έπινε καφέ ή τσίπουρο, προσόψεις με κρεμασμένα πασχαλινά αβγά και μια κηδεία ακριβώς σε μία στάση του. Αν κάποιος ήθελε να δει ένα teaser για το πώς ανασαίνει η πόλη και η χερσόνησος την Άνοιξη του 2017, η διαδρομή αυτή θα του το έδινε έτοιμο.
Αυτό ωστόσο που μου έμεινε και πάλι ως επίγευση, ήταν ακριβώς το ίδιο. Η ίδια απορία. Πώς γίνεται τελικά κάθε φορά, λες αυτόματα, με την είσοδο στο τρενάκι να μπαίνεις λες σε άλλη διάσταση, να γίνεσαι εκεί μέσα μια παρέα με όλους και η επικοινωνία να ξετυλίγεται τόσο αυθόρμητα και πάντα με χαμόγελο. Και επαναδιατυπώνω το ίδιο ερώτημα που έθεσα πριν δύο χρόνια περίπου: συμβαίνει κάτι με τους κατοίκους της Παναγίας και είναι τόσο χαμογελαστοί και καλοπροαίρετοι ή μήπως φταίει το τρενάκι;
Έβγαλα από τα κιτάπια μου σήμερα το κείμενο που δημοσιεύτηκε τότε στην εφημερίδα Ν. Εγνατία και σας το παραθέτω, με την ίδια αίσθηση. 

-------------------------------------------
"Μήπως φταίει το τρενάκι;
Μεσημέρι Σαββάτου. Η πόλη, γυναίκα σε δοκιμαστήριο, νευρωτικά αλλάζει όψεις. Γίνεται μοντέρνα, χαλαρή, επιχειρηματίας, έφηβη, παλιομοδίτισσα, συντηρητική, εξεζητημένη ανάλογα με το κοστούμι που της προτείνουν οι ξεχυμένοι στους δρόμους και τα στενά της λόγω της λιακάδας κάτοικοι…
Το τρενάκι που μεταφέρει επιβάτες στα απρόσιτα με άλλο μέσο στενά της παλιάς πόλης φαίνεται να συμμερίζεται το mixed style του Σαββάτου… Σταθμευμένο στο γνωστό σημείο, περιμένει τους λεπτοδείκτες με εξαιρετική ακρίβεια να κλειδώσουν στο ολόκληρο της ώρας για να ξεκινήσει την προγραμματισμένη διαδρομή. Ήδη οι πρώτοι ηλικιωμένοι, βρίσκονται καθισμένοι στις θέσεις τους, δημιουργώντας στον ανυποψίαστο περαστικό την εντύπωση ότι το τρένο είναι έτοιμο να ξεκινήσει, κι ας χρειάζεται ακόμη μισή ώρα για το καθορισμένο δρομολόγιο. Σακούλες με λαχανικά και τα εδώδιμα του Σαββατοκύριακου, ψάρια, κοτόπουλα και μια αρμαθιά πράσα που περισσεύουν στριμώχνονται ανάμεσα στις συζητήσεις για τον καιρό, την άνοιξη που δεν έρχεται, την κίνηση στην πόλη και ως εκεί. Μια συνωμοτική αόρατη κόκκινη γραμμή ορίζει τις συνδιαλλαγές τους κάθε μέρα και καθορίζει τη μορφή της σχέσης τους.
Ο οδηγός σε ένα παγκάκι λίγο πιο πέρα διαβάζει ανενόχλητος την εφημερίδα του. Μια κυρία με τον πεντάχρονο μικρό της επιβιβάζεται εγκαίρως μακαρίζοντας την τύχη της που πρόλαβε να βρει κενές θέσεις, ενώ εκείνος έχει κολλήσει το προσωπάκι του στο τζάμι, σα κεντρικό θέμα στη βιτρίνα μαγαζιού. Αν υπήρχαν μαγαζιά που πουλούσαν ενθουσιασμό, σίγουρα οι πωλήσεις λόγω θέματος, θα αυξάνονταν κατακόρυφα. Μια αλλοδαπή γηραιά κυρία ,ίδια με μπάμπουσκα, χαμογελά αμήχανα στο παιδάκι αφήνοντας να φανεί το χρυσό της δόντι. Έχει τοποθετήσει την τσάντα της στη διπλανή θέση, περιμένοντας την μαυροφορεμένη συντρόφισσά της, η οποία έχοντας διαχειριστεί τον όγκο της, τώρα μασά σα στραγάλια τις αλλόγλωσσες λέξεις της, που στα αυτιά του μικρού ηχούν σα νότες από πρωτάκουστο ρυθμό. Το όχημα τώρα αρχίζει να γεμίζει ασφυκτικά. Μερικά ακόμη παιδάκια σέρνονται στην κυριολεξία από τους γονείς τους, προσπαθώντας να προλάβουν τις θέσεις για την πολυπόθητη βόλτα. Ένα από αυτά κρατά σα λάφυρο ένα πελώριο γλειφιτζούρι. Την ίδια ώρα πλανόδιοι πραματευτές μπαινοβγαίνουν προσφέροντας τα χειροποίητα καλούδια τους μαζί με το συρτό τους παράπονο.
Ξαφνικά η μηχανή ακούγεται και το σφύριγμα του τρένου σημαίνει άλλη διάσταση. Μια αίσθηση αλλιώτικη στην ατμόσφαιρα και μόνο από την γνώση ότι η βόλτα γίνεται με τρένο. Το ανθρώπινο χαρμάνι του τρένου, αφήνεται στην αίσθηση του παλιού, ενώ η εγγύτητα του κλειστού του χώρου φαίνεται να έχει καταργήσει τις συμβάσεις.
-Σκούπισε το παιδί, έχει μυξούλες στο πρόσωπο, απευθύνεται με οικειότητα ένας νεαρός μπαμπάς σε έναν άλλον απέναντι.
-Είναι από το κλάμα μήπως χάσουμε το τρενάκι. Έχεις ένα;
- Ευτυχώς που υπάρχει και το τρενάκι, διακόπτει τη συζήτηση ένας υπερήλικας κύριος με μπαστούνι, αλλιώς θα ήμασταν καταδικασμένοι να μη βγαίνουμε από τα σπίτια μας. Δύσκολη συνοικία η Παναγία.
ΟΙ κουβέντες άρχισαν να ανταλλάσσονται χωρίς βιάση, λες και η δεκάλεπτη διαδρομή θα διαρκούσε ώρες…
-Μια χαρά είμαστε εδώ, παππού, αντέτεινε ο ίδιος νεαρός. Αθήνα, Θεσσαλονίκη, χαμός γίνεται. Με τις αποστάσεις, με τις δουλειές, με όλα…
-Ναι, βέβαια, μια χαρά, δόξα τω θεώ. Η πόλη μας είναι όμορφη, βολική, εξυπηρετική. Δε λέω. Να, λίγο η κρίση, το άγχος να μην ήτανε…
-Εμ, παππού, ο καθένας έβγαζε τα πόδια έξω από το πάπλωμά του τόσα χρόνια. Πρέπει να ξέρεις μέχρι που φτάνει το πάπλωμά σου. Και να δεχτείς ότι άλλος έχει, άλλος δεν έχει. Να μη ζηλεύεις τον άλλον και προσπαθείς να του μοιάσεις. Να ζεις προσπαθώντας ναι. Αλλά όχι ζηλεύοντας. Να ζεις κάθε φορά την ηλικία σου. Να κοίτα. Εγώ τώρα έχω παιδιά. Άλλες προτεραιότητες. Μου αρέσει. Λέω: τώρα είσαι εδώ. Έχεις να δώσεις άλλα.
Ο νεαρός συνέχισε να ομιλεί και είχε πλέον αποκτήσει αφοσιωμένο ακροατήριο που απολάμβανε αυτήν την… ανταλλαγή των ρόλων, τον νεαρό στη θέση συμβουλάτορα και τον παππού αποδέκτη των θέσεών του…
-Και η κρίση; Το άγχος; Εσύ δεν έχεις άγχος; Η ερώτηση του παππού τέθηκε σε τόνο επιτακτικό.
-Γιατί να έχω άγχος. Όλα καλά θα πάνε. Αρκεί να έχουμε καλή διάθεση. Να ζούμε αυτό που έχουμε. Κι αν η συχνότητα έχει μειωθεί στις προηγούμενες μας απολαύσεις, θα έρθει και η ανάπτυξη, αρκεί να το θέλουμε και εμείς. Να μη μεγαλώνουμε τα παιδιά μας με αδιαφορία ή φόβο. Να μιλάμε στα παιδιά.
- Θα έρθει η ανάπτυξη, βεβαίωσε ο έτερος πατέρας, που κρατούσε στο χέρι το χαρτομάντιλο.
-Θα έρθει, σιγοψιθύρισαν και κάποιοι άλλοι.
-Πρέπει να το αντιμετωπίσουμε με χιούμορ, συμπλήρωσε μια γυναίκα. Είναι κι αυτό μια λύση...
Τώρα ο παππούς, λες καθησυχασμένος για το μέλλον του τόπου του, φλυαρούσε όμορφα, «ξεναγώντας» τους άγνωστους μέχρι πριν συμπολίτες του στην «Παλιά Μουσική», που οι κάτοικοι της Παναγίας την αποκαλούν τζαμί, στη βυζαντινή εκκλησία που φαίνεται κάτω από το γυάλινο πάτωμα του κτιρίου και στο Πρώτο Δημοτικό Σχολείο… Μιλούσε για το σύλλογό τους, μιλούσε, μιλούσε…
Εντωμεταξύ το βλέμμα του μικρού παιδιού με το γλειφιτζούρι έγλειφε με λαιμαργία τα στενά σοκάκια από τις παλιές γειτονιές.
Ήταν ο ήλιος που ξεχασμένος τόσες μέρες ζέστανε τις καρδιές ανθρώπων που πρώτη φορά βρίσκονταν μεταξύ τους;
Ή μήπως … φταίει το τρενάκι;"

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Αθάνατο γλυκό του...κουταλιού


Είτε το αποδεχόμαστε, είτε όχι, οι μέρες είναι φορτισμένες. Το θέμα είναι πώς διαχειριζόμαστε τη φόρτιση. Αν έχουμε καταφέρει να μην είναι δική μας-δε λέω, θέλει δουλειά και γνώση- πώς διαχειριζόμαστε τη φόρτιση των άλλων. Γιατί μόνοι μας δεν είμαστε. Είμαστε φορτία ενέργειας. Κι αυτό είναι νομοτελειακό. Η νιρβάνα είναι ίσως μία ουτοπία. Ή άξια υπόκλισης σε όσους την κατέκτησαν. Τους λίγους εκείνους. Υποθέτω ότι θα κρύβει πόνο μια τέτοια κατάκτηση. Ή προδοσίες. Υποθέτω.
Όπως και να χει, σήμερα, Μεγάλη Πέμπτη, που ο Θάνατος και ο Σταυρός γίνονται ορίζοντες, έρχεται η συνείδηση ντυμένη τις πορφύρες να ανοίξει τα κιτάπια. Μικρούς ή μεγαλύτερους θανάτους όλοι έχουμε γευτεί. Θα πεις; Έχει μέγεθος ο θάνατος;
Ναι, λέω. Ευθαρσώς. Εξαρτάται πώς σε ακούμπησε. Ως θεατή ή περνώντας ξυστά. Ως καβαλάρης που σε απήγαγε για λίγο για να σε τρομάξει ή ως κλέφτης, που σε άφησε πιο λίγο, να μετράς τα κομμάτια σου και να μη βγαίνει λογαριασμός. Και λέει η κυρά συνείδηση μες στα ψιμύθιά της, μα που καιρός για συνειδήσεις....
Ένα τρεχαλητό αθανάτων, ένα γαιτανάκι λες αυτοματισμού, ένα παράξενο γιορτάσι με συνειδητές ή ψυχαναγκαστικές εθιμοτυπίες. Θυμάμαι τη μάνα να μου λέει: μη λουστείς μεγάλη Πέμπτη είναι αμαρτία. Μη φας κρέας η γαλακτοκομικά Μεγάλη Εβδομάδα. Τι να πω εγώ στα παιδιά μου, μάνα σήμερα, που βλέπουν τα τραπέζια της νηστείας να βαραίνουν από τα νηστίσιμα; Τι είναι η νηστεία, στ' αλήθεια, μάνα; Ένα ακόμη δεν πρέπει στη ζωή τους;
Τι να τους πω για το τρεχαντήρι των δώρων που κουβαλούν κι αυτά το δικό τους σταυρό μιας παρεξήγησης; Γιατί, μάνα, σήμερα που δε μπορώ να πάρω δώρα ίσως κριθώ ανάξια εκτίμησης. Ίσως. Ίσως και να προδοθώ στο μυστικό δείπνο των "φίλων"΄. Πώς να εξηγήσω, μάνα, ότι για μένα η κοσμοσυρροή της αγοράς και τα σοκολατένια , πλαστικά, πολύχρωμα αυγά και όλη αυτή η αφθονία που προτείνεται ως υπογραφή των ημερών, είναι ξένη, την έχω ξεράσει;
Πώς να γλιτώσω το χαρακτηρισμό γραφική, αιρετική, παράξενη αν επιμείνω ότι δώρο είναι η φυσική παρουσία, το έλα και το πάμε, η συντροφιά που δεν είναι χαβιάρι αλλά γίνεται άρτος και προσφέρεται ως αντίδωρο;
Πόσο μακριά φύγαμε, μάνα, από τη στάση Εκείνου; Πόση μανιέρα να χωρέσει η απλότητά Του; Πόσα κακέκτυπα ερμηνείας της φιλοσοφίας του;
Πάει καιρός που ο δικός μου Επιτάφιος έχει τακτοποιηθεί ανέγγιχτος στο ερμάρι των αναμνήσεων. Επιμένω, κάθε χρόνο να πηγαίνω, να ξενυχτώ. Μα δεν είναι το ίδιο. Πάει καιρός που οι εργολάβοι ανέλαβαν το στολισμό του με τα "μην αγγίζετε". Νιώθω τυχερή που πρόλαβα. Τον άγγιξα. Τον μύρωσα. Απόθεσα το λουλούδι μου το ταπεινό. Και μετά ήρθαν οι λέξεις...
http://fractalart.gr/epi-xylou/
Τώρα πια και στο χωριό σου, μάνα, εργολάβοι τον στολίζουν. Μείναν κάποιες πολυκαιρισμένες γυναίκες να επιμένουν να μοιράζουν φανουρόπιτα. Και οι νεαροί που αυτόματα η ως θηρευτές άλλης λείας-λείας ζωής, δε λέω- γυρνούν από εκκλησιά σε εκκλησιά, προσκυνώντας, τρεις, πέντε, έξι επιταφίους στη σειρά....Κάποιοι με τα καλά τους.
Ας είναι , μάνα. Το έθιμο να γίνεται.Γλυκό του κουταλιού. Είναι κι αυτό κάτι. Τι λες;
Μετά θα μπουμε όλοι στο facebook, θα διαβάσουμε τα περί Ανάστασης και Ανάτασης, θα εξαντλήσουμε το ευχολόγιο αναζητώντας την πρωτοτυπία-προτεραιότητά πάντα- και θα αρχίσουν οι φώτο με τα αρνιά και τα κατσίκια.
Εγώ στα παιδιά μου, λοιπόν, μάνα, δεν πρότεινα νηστεία φέτος. Εκείνα θυμούνται τα δικά σου λόγια. Ας είμαι εγώ η αμαρτωλή, που θεωρώ τη νηστεία πράξη απόφασης εκ των έσω και όχι επιταγή του πρέπει. Που τη βλέπω ασκητική και λιτή να αρκείται στην ολιγοσύνη ενός χωριού, ενός κήπου. Κι όχι τροφαντή και ταβερνίσια, όχι στην περαντζάδα των βιτρίνων με χαλβά και των φυτικών γαλάτων για τον καφέ.
Αναγκασμένη, λοιπόν, όπως πολλοί άλλοι, να βιώσω και φέτος τις Άγιες μέρες στο αστικό μου περιβάλλον, ομολογώ ότι μου είναι λεκιασμένο, μάνα. Θα θελα να μουν στη φύση, σε ένα μικρό δωμάτιο και έναν κήπο, να συλλογιστώ , να νιώσω την ανάσα της και την απλότητά της. Αυτήν που σου επιβάλλει μνηστεία στο θαύμα της ζωής και όχι νηστεία. Μακριά από τα άμφια της Σύμβασης των "Αθανάτων". Θνητή και ανθρώπινη, κουκίδα στην απεραντοσύνη της. Να γνέσω αλήθειες και να υφάνω κιλίμια εκδρομής χωρίς κόμπους συναισθηματικής εξουσίας, επιβεβλημένω πλαισίων συμπεριφοράς και προσδοκιών. Τι λες μάνα; Αντέχουν τα κιλίμια σε ακάνθινα λιβάδια;
είναι Φιλόλογος στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, απόφοιτη του τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και ζει στην Καβάλα.
FRACTALART.GR

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2016

Φωνής απαύγασμα και Ιουλιέτας συνέχεια ...



"Με αυτό το μέγεθος μπορείς να πιάσεις παπαλίνες ή γαριδάκια. Συνηθίζουν να κρύβονται ανάμεσα στα βράχια"

Το μαγαζί με τα παιχνίδια, ανέλπιστα ανοιχτό στη βράση του απομεσήμερου, είναι πάντα η τελευταία στάση μου στο δρόμο της επιστροφής για το σπίτι. Χαζεύω στη βιτρίνα αρλεκίνους, ξύλινα τρενάκια, βόλους και κούκλες με ροζ μαλλιά, μπασκέτες, γιογιό,  τρίλιζες, βαρκάκια με μοτεράκι και γεύομαι τις εποχές με το δικό μου τρόπο. Μικρά ξορκίσματα τα λέω της θλίψης που μου προκαλεί ενίοτε η  μουτζουρωμένη πόλη. Αφού μου λείπουν τα δέντρα μου και τα πουλιά μου στο χωριό, είναι κι αυτό κάτι. Η βιτρίνα με τα παιχνίδια, που σε πείσμα των καιρών επιμένει παραδοσιακά να μην έχει αλλάξει και πολύ από τη δική μου παιδική ηλικία. Ένα πείσμα ίσως κολλητικό, αφού με έναν ανεξήγητο τρόπο, κάνω βουτιά στο χρόνο και γίνομαι άχρονη, ένα "παιδί" που κοιτάζει τα παιχνίδια...

"Είναι χειροποίητη. Το καλάμι της είναι γερό...Τις φτιάχνει ένας γεράκος φίλος μου..."

Γέροντας που κρατά ενεργά τα χέρια του και φτιάχνει απόχες σίγουρα δεν είναι γέρος, σκέφτηκα, αλλά στεκόμουν ακόμη αμίλητη, διστακτική ακόμη με τη νέα, αδούλευτη φωνή μου, και περιεργαζόμουν τις απόχες.

"Εξαρτάται από το τι δόλωμα θέλεις να πιάσεις. Η μικρότερη χωρά στις σχισμές από τα βράχια..."

"Την έμπνευση θέλω να πιάσω, άνθρωπέ μου", ήθελα να πω, αλλά περιορίστηκα στη στεντόρεια σιγουριά μιας φράσης: "θα την πάρω" .

Άδεια η πόλη, περπατούσα με την απόχη στον ώμο σα  φαντάρος σε πεζοπορεία. Το όπλο μου σε ετοιμότητα κι εγώ με ίσια πλάτη, περήφανη βάδιζα το γυρισμό μου.

Ανηφόριζα έχοντας αφήσει πίσω μου την Καμάρα, τώρα πια ανέμελα, και το νιωθα ότι η απόχη είχε αρχίσει να κάνει τη δουλειά της. Ήταν το γλειφιτζούρι, το παγωτό, τα κλεμμένα μου δαμάσκηνα, η φέτα από καρπούζι και το αντηλιακό καρύδας των παιδικών μου χρόνων. Αν υπάρχουν μαγικά ραβδιά, σίγουρα μόλις είχα αποκτήσει ένα.

Εκείνη κατέβαινε. Καρέ γκρίζο μαλλί, στέκα βυσσινί , μια κλασική μαύρη τσάντα περασμένη στο αριστερό και μια γκρενά βεντάλια στο δεξί, σε πλήρη εξέλιξη της πτήσης της. Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν σε δυο αμοιβαία χαμόγελα.

"Ζέστη... Ήμαν στην εκκλησιά. Αλλά πολύ ζέστη! " Και δώστου πέταξε από τη χούφτα νευρικά και γρήγορα το πουλί που έφερνε δροσιά. Κοιτώντας μια τη βεντάλια μια την ίδια τόλμησα τον ενικό. Ξαφνιάστηκα με τον εαυτό μου  που δε με ενόχλησε ένας πηγαίος ενικός οικειότητας απέναντι σε μια άγνωστη ηλικιωμένη.

"Στην εκκλησία ήσουν; Ναι, όντως, φριχτή ζέστη. "

"Θα πιάσεις ψάρια;" με ρώτησε και συνειδητοποίησα ότι είχα ξεχάσει ότι ήμουν ο παράξενος οδοιπόρος με την ροζ απόχη...

"Δολώματα", είπα, και ντράπηκα για το ψέμα. "Πώς σε λένε;"

"Με λένε Μαρία  Κ.....ώτη" είπε με καμάρι και το βλέμμα της φωτίστηκε την παιδική ματιά της μπλε ποδιάς του σχολείου. Την είδα μαθήτρια με το άσπρο κολαρισμένο γιακαδάκι να ανοίγει το ξύλινο μπαουλο του θρανίου και να ετοιμάζεται για το μάθημα. Την είδα με τις άσπρες κοντές κάλτσες να κλωτσά κρυφά τη διπλανή της και να γελάει.

"Εμένα με λένε Ευδοκία "της είπα. "Που πηγαίνεις;"

"Πηγαίνω στο σπίτι μου, μένω εδώ στο στενό πιο κάτω. Την υγειά μας να χουμε! ". Και  συνέχισε νευρικά τη βεντάλια, λες και το νεύρο θα μπορούσε να παγώσει τον υποτονικό νόθο αέρα.

Στάθηκα διακριτικά στη γωνία για να καμουφλάρω  την αδιακρισία μου να δω που μένει.
Και ήρθε όχι μόνο η έκπληξη, αλλά ένα κύμα ενθουσιασμού  να γίνει η δική μου βεντάλια.
Γιατί η πόρτα της ήταν η πόρτα της Ιουλιέτας μου. Ήταν η Ιουλιέτα μου. Είχε κόψει τα μαλλιά της. Σιχτίρισα τη μυωπία μου, που δε  μου επέτρεπε από το μπαλκόνι να έχω ήδη εξοικειωθεί με τα χαρακτηριστικά της. Η Ιουλιέτα μου, η έμπνευσή μου με είχε επισκεφθεί. Η Ιουλιέτα μου. Είχε πρόσωπο. Και δυο μάτια απέραντες γαλάζιες θάλασσες καλοτάξιδες καλοκαιρινές...

Ίσως η επόμενη συνάντησή μας σφραγιστεί με τον ελληνικό καφέ της γειτονίας. Τρέφω την τρελή βεβαιότητα ότι θα έχει να διηγηθεί ιστορίες που θα διαβάζει στο φλιτζάνι... Μπορεί για  δράκους και νεράιδες, ίσως για μαράζια και πλοία που φύγαν  και άλλα που ήρθαν. Μπορεί...

Είχα βάλει ήδη το κλειδί στην πόρτα.
Αλήθεια υπάρχει λέξη ελληνική για τη βεντάλια; σκέφτηκα. Αλεξιθέρμιο ίσως, όπως αλεξιβρόχιο και αλεξήλιο για την δική μου κόκκινη ομπρέλα που έχει και θερινό και χειμερινό σπίτι.



Λίγη ώρα αργότερα έμαθα ότι χάσαμε τον μπαρμπα Γιάννη. Και η έμπνευση έναν  αειφόρο εραστή της. Αύγουστο. Όπως τότε. Τα αμέτρητα καλοκαίρια που με την παιδική μου φίλη δίναμε το ραντεβού κάτω από τα βαριά από το μέστωμα σταφύλια της ταράτσας, έβγαζε από το δώμα τα κιτάπια και μας διάβαζε τις ιστορίες του με περηφάνια... Καλό ταξίδι, μπαρμπα Γιάννη. Σίγουρα θα χεις πολλά χαμπέρια να  κεράσεις  στη γειτονιά των αγγέλων...