Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2019

Κρυφτό


Ο τόπος είναι ρίζες . Ένα μικρό κομμάτι γης, ένα μικρό ορεινό χωριουδάκι ή ένα ψαροχώρι, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει πού είναι ριζωμένες οι αναμνήσεις σου. Η διαδρομή που εσύ ξέρεις για να ανταμώνετε, είναι αυτή που σε καλεί, με κλειστά τα μάτια, σα να σου ψιθυρίζει: έχε μου εμπιστοσύνη, εγώ σε οδηγώ, όπως πάντα, εκεί που ξέρεις, το έχεις δει. Όταν φτάνεις, πάντα η ίδια αίσθηση. Το παιχνίδι με το χρόνο, το κρυφτό με τις εικόνες, τις στιγμές. Οι ρίζες είναι το μυστικό.  Τα κλαδιά χρωματίζονται με τις εποχές. Τους χειμώνες, τα καλοκαίρια.Του καιρού. Των καιρών σου. Μα οι ρίζες, αθέατες, περιμένουν  τον ήχο από τα πέλματά σου. Εκεί, στο σκοτεινό θάλαμο, να δουλέψουν τις εικόνες.

Βρεθήκαμε εκεί. Στο μικρό, ορεινό, "φτωχό", κρυμμένο χωριουδάκι. Το επόμενο καλοκαίρι για φέτος. Ένα από τα καλοκαίρια  που μετράω από παιδί. Σχεδόν ίδιο, αναλλοίωτο, πιστό.



 Οι καρυδιές πρασίνισαν, τα φλαμούρια μοσχοβόλησαν, τα καλαμπόκια ανδρώθηκαν, το ποταμάκι είχε νερό. Τα αηδόνια λίγο πριν σωπάσουν, τα χελιδόνια οικογενειάρχες βιοπαλαιστές, και η κουκουβάγια το βράδυ κρυμμένη στη φυλλωσιά του έλατου. Η Φιορούλα έγινε μαμά, ο Φοίβος μεγάλωσε και ο Αράπης στα ίδια λημέρια, τις ίδιες ώρες. Βρήκαμε στο ραντεβού των επτά τις γειτόνισσες να πίνουν ελληνικό γύρω από μια πιατέλα με τσιριχτά. Και ήρθαν τα ουράνια τόξα από τις περσινές μπόρες, οι ιστορίες μας για τους αντάρτες και τους ταχυδρόμους που κουβαλούσαν θησαυρούς, οι βραδιές κάτω από τα αστέρια, ο σκαντζόχοιρος και ο καθρέφτης στην αυλή της κυρά Λένης, από το σκοτεινό θάλαμο, επιλογή σέπια, με λίγο κόκκο στο τραπέζι. Το μοναδικό μπακάλικο και η παράδοση με μηχανάκι, η αιώρα και οι λεβάντες μας, όλα εκεί, ατάκτως ερριμμένα πλάι στα πισία και τα σοκολατάκια από την Ελβετία.


Και όταν κατεβήκαμε στη γωνία του μπαξέ, εκεί που  κρυβόμασταν από την προγιαγιά Τιράβα, και κόβαμε πρώιμα τα φουντούκια, λίγο πριν κατηφορίσουμε στα κρυφά για το αλάνι, στο χορταριασμένο δρομάκι, στο "παλιόσπιτο" της Ωρολογάβας, να παίξουμε ιστορίες, για όσα ανακαλύπταμε, έναν παλιό καθρέφτη, μια ξεχασμένη γόβα, μία σκουριασμένη ταμπακιέρα,  ο χρόνος φώναξε: "φτου και βγαίνω".

-" Ε, μαμά, να καθίσω στο πεζούλι στο ποτάμι;  Έεεε, μαμά...Μαμά;;;;"


Ήταν  η ώρα της παραλαβής παράδοσης. Το πρωτόκολλο της αλυσίδας σε αναμονή επικύρωσης.

O νέος κύκλος που ήδη είχε ξεκινήσει.


Κάποτε, Κωνσταντή, εδώ υπήρχε ένα γεφυράκι. Ξύλινο, μη βλέπεις τώρα που είναι τσιμεντένιο. Πηγαινοερχόμασταν. Και εκεί στον κάτω όροφο η γιαγιά είχε το παχνί. Κάτω κοιμόταν ο Πολυχρόνης, ο γαϊδουράκος μας, και πάνω εμείς. Βλέπεις εκείνο το μικρό δωμάτιο στη γωνία της αυλής; Μαζευόμασταν και βελονιάζαμε καπνά. Κολλούσαν τα χέρια μας, πονούσαν οι μασχάλες, μα ξεχνιόμασταν με τις κουβέντες... Και όταν τα αρμαθιάζαμε, πήγαινα από κάτω και μύριζα τον καπνό, και ούτε που ρωτούσα τότε, πού θα πάει μετά, ο νους μου πότε θα ξεπορτίσουμε η παρέα, να πάρουμε το λουλουδιασμένο μονοπάτι, με μια μαργαρίτα στο αυτί, για το αλάνι. Και τα βράδια ακούγαμε το νερό να κυλά στο ποταμάκι, είχε πιο πολύ νερό τότε, Κωνσταντή.

-Και αυτό το δέντρο μου σπασε τη μύτη
-Είναι η φλαμουριά μας. Μαζεύαμε το φλαμούρι, το απλώναμε σε ένα σεντόνι να στεγνώσει , πλάι στον τραχανά και τους γιεφκάδες.  Και μετά ερχόταν η ρίγανη. Κινούσαμε με τον παππού πρωί πρωί, χανόμασταν στο δάσος οι δυο μας, και είχαμε συνθηματικό: "Ούου", φώναζε ο παππούς, και ήξερα ότι ήταν εκεί γύρω. Όταν ανεβαίναμε από την πόλη να έρθει στη μάνα του, κράταγε ένα καλάθι,το είχε γεμάτο καλούδια από την πόλη, το σκέπαζε με ένα καρό τραπεζομάντηλο και έδενε γύρω ένα σπάγκο. Μια φορά τη βδομάδα είχε λεωφορείο. Όπως και τώρα. Και ξέρεις κάτι;  Μια φορά, πήραμε μαζί μας στην επιστροφή μια χελώνα. Την κρύψαμε σε μια μπλε, πλαστική σακούλα και εκείνη έσκισε τη σακούλα με τα ποδαράκια της και τρέμαμε μη τη δει ο οδηγός και μαλώσει... Ο παππούς ζούσε για να ανεβαίνει στο χωριό, στη μάνα του. Και με έπαιρνε παρέα. Χτίστης ήταν, τον ακολούθαγα τα καλοκαίρια στις αυλές, έχτιζε , έκανε μερεμέτια, με το αλφάδι η καρδιά με το μυστρί η μνήμη, μεγαλώναμε μαζί.
-Τι είναι το αλφάδι; Μισό, googλάρω... μερεμέτι, μυστρί...πώς γράφεται;
Απότομη επιστροφή στο τώρα.


Το βράδυ τα βλέφαρα έκλεισαν με παλιούς γνωστούς τους ήχους. Τα σκυλιά να αλυχτούν, την κουβουβάγια στυλοβάτη, το νερό να αναδεύει τη μνήμη με το παρόν. Και όταν ξημέρωσε, έτρεξα ξυπόλητη στη ροδιά, βούλιαξα  τις πατούσες στο γρασίδι, έκλεισα τα μάτια, φτου και βγαίνω, σκέφτηκα,σειρά μου να "τα φυλάω"...











1 σχόλιο:

η κοπέλα με το καναρινί φόρεμα είπε...

Πόσο τυχεροί ο Κωνσταντής σου κι εσύ και ο ευλογημένος τόπος που με τόση τρυφερότητα κι ευγνωμοσύνη αναπολώ. Κι όλα αυτά τα παλιά που έρχονται και δένουν τόσο όμορφα με το σήμερα και κάνουν τη θαλπωρή τους πιο αναγκαία από ποτέ.

Να μου φιλήσεις τη σοροκάδα αγαπημένη! Η γραφή και η θέασή σου πάντα αγγίζει την ψυχή μου.