Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επί παντός...προσωπικού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επί παντός...προσωπικού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2008

Με το μυστρί οι μνήμες, με το αλφάδι οι ψυχές

Δεν ήταν τα λίγοστα κέρματα από το άδειο μου πορτοφόλι που οδήγησαν τα βήματά μου στη στάση του λεωφορείου. Έφταναν αν μη τι άλλο για ένα ταξί. Ενστικτωδώς βρέθηκα εκεί. Από τις λιγοστές φορές που είχα χρόνο στη διάθεσή μου. Ή που ήθελα να «κατασκευάσω» περίσσευμα λεπτών. Ακύρωσα το εισιτήριο. Βολεύτηκα στη θέση. Η θέα θα με αποζημίωνε. Η συγκεκριμένη διαδρομή περνά από πολύ ωραίο σημείο της πόλης. Το είχα ανάγκη. Το μποτιλιάρισμα δεν το είχα προβλέψει. Ένας ανεύθυνος φορτηγατζής είχε κλείσει το δρόμο με το φορτηγό του και ανεζητείτο από τους αλαφιασμένους περαστικούς, παρά την επιμονή του καλέσματος της κόρνας του λεωφορείου.Είναι από τις στιγμές που αισθάνεσαι ότι κρατούν μια αιωνιότητα. Κι από τις στιγμές που εφευρίσκεις τρόπους για να περάσεις αυτά τα «αιώνια» λεπτά, που αρχίζεις την παρατήρηση. Ασημί ανταύγειες στη χοάνη του οχήματος. Αυτή ήταν η αίσθηση. Μα, τελικά σ’ αυτήν την πόλη μόνο οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας χρησιμοποιούν την αστική συγκοινωνία. Λαθραία τρύπωνα στις κουβέντες τους. Για τα φάρμακα, για τους γιατρούς, για τα εγγόνια και τα παιδιά τους. Κι ένα «εκεί που είσαι ήμουν» να τριγυρνάει σαν κουνούπι ηχηρό στις γωνίες του μυαλού μου.
Για την Τρίτη ηλικία ξεκίνησε αυτή η ανάρτηση.
Όμως, οι συνειρμοί έχουν περίεργο σινάφι. Κλειστό μερικές φορές, μονοπώλιο κανονικό. Ο δρόμος με έβγαλε στον παππού μου, δεν είχε συνέχεια, μονόδρομος που τον ακολούθησα χωρίς να το καταλάβω. Μια λέξη μόνο στο αφιέρωμα της αγαπημένης μου φίλης,Μαρίας Τζιρίτα, δυναμίτισε ολόκληρη πυριτιδαποθήκη μέσα μου.
Ίσως σας φανώ κουραστική. Είναι όμως από τις φορές που πραγματικά δεν μπορώ να ελέγξω, ούτε το χέρι ούτε τη μνήμη μου. Γιατί φτάνω σε κείνους. Που με μεγάλωσαν, που με ανέστησαν και τους ευγνωμονώ.

Ήμουν τυχερή. Γιατί τα χέρια μου γαντζώθηκαν στους ρόζους των χεριών τους.Εκείνου και εκείνης. Της γιαγιάς και του παππού.
Τραχιά τα χέρια του. Χτίστης ήταν. Τα ρούχα του γεμάτα χράτσια από τσιμέντο.Με έπαιρνε μαζί του στα μερεμέτια των γειτόνων. Σε μια μπλε πλαστική σακούλα τα εργαλεία, σε πάνινο δισάκι το κολατσιό και φύγαμε. Τον παρακολουθούσα να ακουμπά την τέχνη του σε τοιχάρια και σκαλάκια. Το μυστρί και το αλφάδι. Του τα έδινα τελετουργικά. Το βλέμμα μια στα μακριά ακροδάχτυλα του, μια στα εργαλεία.
Ίσως γι’ αυτό η αγάπη μου για τα κάθε είδους εργαλεία. Ίσως από κει η αγάπη για τις ανασκαφές.
Ήμουν τυχερή. Για όλους τους άλλους ήταν ο κυρ Χρήστος. Ο πανήψυλος πόντιος με τα καταγάλανα μάτια. Για μένα ήταν ο παππούς μου. Η λατρεία μου. Και τελικά, όπως μου είπε πρόσφατα, μια πολύ αγαπημένη φίλη, ο μέντοράς μου.
Είχαμε μάθει να σφραγίζουμε τις εποχές με το δικό μας τρόπο. Πάντα στο βουνό. Στο Φουντουκλή. Κι ας περπατούσαμε μέχρι το απογευματάκι. Εγώ κι εκείνος. Και τα μονοπάτια που γνώριζε καλά.
Καλοκαίρι. Αύγουστος. Θεριστές μοσχομυριστής ρίγανης. Την ξεραίναμε σε απλωμένα σεντόνια και τη φυλακίζαμε σε πολύτιμα βαζάκια μέχρι το επόμενο καλοκαίρι.
Φθινόπωρο. Με γαλότσες για μανιτάρια. Για εκείνα τα μεγάλα υπέροχα πορτοκαλί μανιτάρια που η γιαγιά τηγάνιζε κρατσανιστά στη μασίνα με τα ξύλα.
Άνοιξη. Μας περίμεναν οι Ανεμώνες. Τα άδεια χέρια να γεμίσουν, τα άδεια βάζα να γιορτάζουν και οι καρδιές να μοσχομυρίσουν.
Κάθε φορά η ίδια διαδρομή, η ίδια διαδικασία.

Έξι η ώρα το πρωί ήταν το ραντεβού μας, σχεδόν χαράματα. Το σακίδιο στον ώμο, τα χέρια κλειδωμένα. Πρώτη στάση στον «Κόντη», εκείνος μαλεμπί , εγώ ασουρέ. Για το δρόμο. Και μετά το μονοπάτι. Μέχρι τα δώδεκα το είχα μάθει απ’ έξω. Δεύτερη στάση στο πηγάδι με τη μεγάλη λεύκα που φύτεψε ο προπάππος μου. Ο προπάππος τη λέυκα κι ο παππούς τις ιστορίες. Διαδρομές ανθρώπων από τα παλιά, τις χάραζε στα αυλάκια του μυαλού μου, τις φύτευε στην διψασμένη γη μου, τις συνέδεε κρίκο κρίκο στην αλυσίδα της μνήμης μου. Κι εγώ τον θαύμαζα. Που ήξερε τόσο πολλά. Που μου μάθαινε άλλα τόσα. Κι όταν χανόμουν στις μπλε φουρτουνιασμένες θάλασσες των ματιών του ήξερα τη δύναμή μου. Ήξερα ότι μπορώ να τις γαληνέψω. Κι ας μην το είχα συνειδητοποιήσει τότε. Κοντά στη Λεύκα και τα χαλάσματα από το γκρεμισμένο σπίτι της γιαγιάς.Εκεί συναντούσα τους Βούλγαρους κατακτητές που έμειναν για αρκετό διάστημα στο σπίτι. Λίγο πιο πέρα κι ένα φυλάκιο με πολεμίστρες. Έμπαινα μέσα, μου άρεσε η μυρωδιά του παλιού, μου άρεσε το μισοσκόταδό του.
Άλλες εποχές τότε. Δε φοβόσουν να περπατήσεις στο βουνό. Καμία υποψία κινδύνου.
Καμία υπόνοια γκρίζου.


Στην αυλίτσα του σπιτιού, κι ας ήταν μες στην πόλη, είχε φυτέψει 15 δέντρα. Όλα οπωροφόρα. Η φλαμουριά μας ευωδιάζε όλο το καλοκαίρι. Το φλαμούρι μας σε σακουλάκια δινόταν στους γειτόνους. Η δάφνη, η μυγδαλιά, η καρυδιά, η ροδακινιά, η ροδιά, τα κεραμίδια όπου έριχνα σφεντόνα τις ευχές μου μαζί με τα πρώτα μου δοντάκια, ο κήπος με τα λαχανικά και το πεζουλάκι με τα καρότα… Το λεηλατούσαμε σε κάθε διάλειμμα, στην Πέμπτη και έκτη δημοτικού, για τον πορτοκαλί θησαυρό του, μιμούμενοι τον δάσκαλο που σε κάθε διάλειμμα ροκάνιζε προκλητικά ένα καρότο, καθαρισμένο μέσα στην τάξη, πριν χτυπήσει το κουδούνι. Εισβολή παίδων και κορασίδων και δος του η γιαγιά να χώνει βαθια στο χώμα τους σπόρους των καρότων. Εκεί, πλάι στο πεζουλάκι η αιώρα που εκείνος είχε φτιάξει. Βυθισμένη στο λίκνισμα της αγκαλιάς της τον έβλεπα να πλέκει υπομονετικά με ξερά φύλλα από καλαμπόκι τα καλάθια του. Εκεί, κάτω από το παράθυρο, απ’ όπου ξεγλίστραγαν οι νότες της γιαγιάς καθώς κεντούσε στη μηχανή της.


Όταν έλειπε το ήξερα. Θα γύρναγε με το λουκουμάκι από το καφενείο για μένα. Κι όταν κέρδιζε στο τάβλι ήξερα ότι θα είχε σοκολάτα. Εκείνος στον καναπέ κι εγώ στους ώμους του. Χάιδευα τα λιγοστά άσπρα του μαλλιά και μετρούσα τους ρόμβους στον πολυκαιρισμένο του σβέρκο. Μαζί του στα χαράματα ξυπνούσα για να ρουφήξω τον σπιτικό τραχανά το χειμώνα και να μοιραστώ τη ζεστασιά του μαγκαλιού. Τα χέρια μας συνομωτική τετράδα πάνω απ’ το μαγκάλι. Και τότε έρχονταν πάλι τα λόγια . Ποτέ συμβουλές. Πάντα έπαινοι. Και ζεστασιά. Και μεθυστική αγάπη.
Σφηνοειδής η γραφή του άφηνε τα εντυπώματά της στην λεία επιφάνεια της ψυχής μου. Ακόμη και τώρα, κάθε φορά που διατρέχω τις πρώτες μου ρυτίδες στη λεία εκείνη επιφάνεια γυρίζω. Κι ας μη πρόλαβε η παιδική ματιά μου να ενηλικιωθεί κοντά του. Κι ας μην είχα καταλάβει τότε τι σημαίνει περήφανος πόντιος και ποια βήματα τον οδήγησαν στην δική μου αγκαλιά. Κι ας μην πρόλαβα την τελευταία του αγκαλιά που με περίμενε ανοιχτή με κόπο. Κι ας μας πρόδωσε ο χωρισμός μας. Στις στιγμές τις πορφυρές από το βαθύ κόκκινο της ευτυχίας αλλά και στις άλλες, τις δύσκολες, τις αφυδατωμένες, πάντα το όνομά του ψελλίζω.
Δεν είχα σκοπό να γράψω σήμερα.
Η ανάρτηση της Μαρίας Τζιρίτα για την Τρίτη ηλικία μου τον έφερε τόσο κοντά, μα τόσο κοντά, να σε απόσταση αναπνοής τον άκουγα να με φωνάζει όπως τότε που παίζαμε με την ηχώ μας στο πηγάδι: ούου!
Και για μια ακόμη φορά αισθάνομαι τυχερή. Που μεγάλωσα με την γιαγιά και τον παππού. Και συνειδητοποιώ πόσο καθόλου ξεχασμένη δεν είναι η γεύση τους. Πόσο παραπλανητικά μου την έχει κλέψει μια παράλογη κεκτημένη ταχύτητα. Και μια ενηλικίωση που έχει πια παγιωθεί και δε μου αφήνει περιθώρια να παιδιαρίσω, γιατί έχω το δικό μου παιδί. Κι όμως. Μου λείπει τόσο πολύ εκείνη η ώρα που η γιαγιά μου χτένιζε τα μαλλιά και μου τα στόλιζε με κοκαλάκια. Που ο άλλος μου ο παππούς μετά την ιεροτελεστία της φέτας του ψωμιού με το λάδι και τη ρίγανη μου μάθαινε το «πιστεύω», και εκείνη η γλυκιά, αχ πόσο γλυκιά εισβολή της γιαγιάς μου στο φοιτητικό μου καταφύγιο με τη λεκάνη το ζεστό νερό για να με χαλαρώσει από το διάβασμα και τις ευωδιές από τα μαγειρευτά της στην κουζίνα. Αυτό το αλλαζονικά εγωιστικό σύνδρομο προστασίας που εκδηλώνεται αυτόματα με την παρουσία της γιαγιάς και του παππού. Και που τόσο πολύ τελικά το καταπιέζουμε ορισμένες φορές, γιατί ναι, είμαστε πια μεγάλα παιδιά! Μεγάλα και παιδιά. Τόσο παράλογα. Τόσο λογικά!