Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

Ναυτιλιακός απόηχος ενός διαφορετικού πλου




Διαμαντής Αξιώτης, Το μισό των Κενταύρων, αφηγήματα, σελ. 142, εκδ. Επίκεντρο 2016



            Ας υποθέσουμε ότι  το "Μισό των Κενταύρων" γίνεται  εύρημα ενός Ερευνητή που δε γεννήθηκε ακόμη. Ενός Ταξιδευτή-Κοσμοναύτη  στον χώρο και τον χρόνο. Ο άνθρωπος αυτός έχει την ευκαιρία να βρεθεί ακαριαία στην εποχή μας με τη Μηχανή του Χρόνου και δικαίωμα να πάρει μαζί του ένα μόνο χνάρι. Οι μηχανές αναζήτησης στη δική του, μελλοντική μας  εποχή, στην οποία και  επιστρέφει,   είναι πλέον πεπερασμένες. Ο κόσμος από κάποια κοσμογονία δομείται αλλιώς. Φαίνεται να πιάνει και πάλι το νήμα από την αρχή.
            Ο ερευνητής μας κρατά με περιέργεια το βιβλίο-εύρημα του.   Αφήνει  την αφή να  δοκιμάσει την αίσθησή  του. Του είναι οικεία. Το όνομα, όμως, όχι. Δεν μπορεί να αναζητήσει καμιά πληροφορία. Τα ίχνη του συγγραφέα έχουν χαθεί. Αυτό είναι το μοναδικό του αποτύπωμα. Η μοναδική πληροφορία για τον Διαμαντή Αξιώτη. Η πηγή βρίσκεται στα χέρια του και εκείνος επείγεται να γνωρίσει τον άνθρωπο πίσω από τις λέξεις. Ωστόσο το εύρημα είναι πολυεπίπεδο. Βρίσκεται ήδη στην τελευταία σελίδα και δεν έχει ακόμη καταλήξει. Τι είναι τελικά ο Διαμαντής Αξιώτης; Ποιητής; Αρχαιολόγος; Ψυχολόγος; Ιστορικός; Φιλόλογος; Ερευνητής;  Πεζογράφος; Ζωγράφος; Σκηνοθέτης; Πλάνητας; Ποια ιδιότητα εμφορούμενος έδωσε αυτήν τη γραφή;


Σημειώσεις από το ημερολόγιο του Ερευνητή...
            Γραφή εμπύρετη. Σε ωδίνες τοκετού. Σαν Δίας που άνοιξε η κεφαλή του και  γεννήθηκαν  γιοι και κόρες, ημίθεοι, νύμφες, εραστές και ερωμένοι στις λευκές σελίδες. Γραφή βασανιστική, πολλαπλών επιστρώσεων, πολλαπλών εκδοχών.  Τα αφηγήματα είναι γήινα, από κακοτράχαλη πέτρα και νερό.  Παραμιλητό έκστασης μιας εμπνοϊκής πολιορκίας. Κατοχή της ευλογίας μιας τόλμης άχρονης, άτοπης, που αγγίζει εικόνες, γεύεται και επικονιάζει: λέξεις, συναισθήματα, κληρονομιές φανερές και άφατες. Γραφή σκαπανέα σε οίστρο ανασκαφής. Τα ευρήματα θησαυρός σε ασύλητο αποθέτη πολυτίμων. Η  πένα εργαλείο χειρουργικό αρχαιολόγου, που φτάνει στο εύρημα και το αποκαλύπτει βήμα βήμα με σεβασμό, αλλά σίγουρα με τη βεβαιότητα ότι πρέπει  να το αποκαλύψει, να το φέρει στο φως. Ο ανασκαφέας  εκστασιασμένος κρατά στο χέρι του "χώμα και χρόνο". "Καίων και φλεγόμενος":
"Απόθεσα το σπέρμα μου να γεννηθεί ο γιος μου.  Ο γιος του και ο γιος του, οι απόγονοι του Ντελή. Να σκορπιστούν στη γη, να ιδρύσουν πολιτείες. Να χτίσουν τείχη ισχυρά, θέατρα και παλαίστρες. Ν' ανοίξουν τα χρυσωρυχεία της Σκαπτής Ύλης, να κόψουν τάλαντα. Ν' αποξηράνουν τα τενάγη των Φιλίππων και να καρπίσουν γιους. Κι οι γιοι τους γιους, τον Έλληνα, τον Δώρο, τον Ξούθο και τον Αίολο, τον Ίωνα και τον Αχαιό.
Γένοιτο."
Σωρεία εικόνων, σαν το χώμα που βγαίνει από την τομή. Το κοσκίνισμα επιβεβλημένο. Να κρατήσει το κόσκινο τα λεπτά εκείνα ψιχία του θησαυρού που θα εκτεθούν στις προθήκες των εκθεμάτων, διαθέσιμα τεκμήρια για αναλογίες και συνειρμούς.
Και έπειτα, ο Δ. Αξιώτης, ως επίδοξος Μαγγελάνος της ίδιας της ύπαρξης, που πάλλεται από τις ταλαντώσεις των αντιθέτων, φαίνεται να σπάει τη λιθόσφαιρα της λογικής, σαν να είναι εύθραυστη πορσελάνη παραδοτέα στον χτύπο του.
Μοιάζει με δύτη ο οποίος   περιδινείται  σε μια εμβύθιση στα έγκατα των ενστίκτων που περιβάλλουν τον πυρήνα της ύπαρξης και άλλοτε με σκυταλοδρόμο της ιστορίας του τόπου του, μαραθωνοδρόμο της ελληνικής Γραμματείας από τον Όμηρο και τη Σαπφώ ως τον Εμπειρίκο και τον Σαχτούρη ή  κατοστάρη της ασθμαίνουσας σύγχρονης εικονοποιίας.
Το σίγουρο συμπέρασμα είναι  ένα:  Ότι ο Δ. Αξιώτης  σε αυτά τα έντεκα αφηγήματα καλπάζει. Το πέλμα του Κενταύρου, που ντύνεται, δονεί τους νευρώνες του εγκεφάλου και το έλλογο ερεθίζει το άλογο. Και έχει την τόλμη να το κοινωνήσει αυτό με  τους αναγνώστες του χωρίς την αγωνία του   να γίνει αρεστός.
Η γραφή του Δ. Αξιώτη ιχνοφορείται από  ασκητικές αναγνωστικές και ερευνητικές περιπλανήσεις και  ταξιδιωτικές διαδρομές  που σπάνε το φράγμα του προφανούς, εμβαπτίζονται  σε μία πρωτογενή, άφιλτρη γοητεία και καταχωρίζονται στις κυψέλες της σκέψης ατόφιες και άμωμες.  Χωρίς σεμνοτυφίες και κλισέ. Ο Δ. Αξιώτης μοιάζει να  παίζει στο χάρτη του ρίχνοντας ζαριές. Εδώ η Ανατολή εκεί η Δύση, εδώ το σήμερα που εκπνέει το χθες. Ονόματα σταθμοί, μπουγάζια και κορφές. Θεμιτά προκλητικός, γιατί το προφανές και το πανθομολογούμενο  δεν είναι αυτό που χαρακτηρίζει τη λογοτεχνία, αλλά ο τρόπος που αυτό μορφώνεται με την πένα: την καθορίζει,  παρασέρνει τον αναγνώστη ασφαλώς ανασφαλή, σε μία πρόκληση απελευθέρωσης. Ανακαλεί μνήμες της φύσης  του που θα ήταν καταδικασμένες να σβήσουν στο φως της όποιας Σύμβασης. Και έπειτα τον οδηγεί με προσεκτική ακροβασία σε έναν ιστό  εικόνων και λέξεων που το συμβολικό τους φορτίο του επιτρέπει άπειρους συνδυασμούς και σίγουρα προσωπικούς συνειρμούς. Σκιές και φως στο παιχνίδι των αντιθέσεων συνθέτουν από την άλλη μια μυστηριακή επιβολή και υποβολή. Προχωρώντας την ανάγνωση το ξέρει: τελεί υπό αιχμαλωσία. Γεύεται μια αφροδισιακή γραφή, όπου σώμα και ψυχή δεν είναι δίπολα, αλλά συνυπάρχουν άλλοτε φιλιωμένα και άλλοτε ως συμπλέγματα και γόρδιοι δεσμοί.
Ο Δ. Αξιώτης, με λόγο σταθερά φορτισμένο ποιητικά και με τη  λατρεία θαρρείς συλλέκτη  τιμαλφών  λέξεων  απελευθερώνει τους χυμούς της φωτοσύνθεσης της ματιάς του, κάθε φορά που εκείνη στέκεται  σε βράχους και  πάγους της Μακεδονίας:
 "Βαδίζω στα κίτρινα φύλλα των Φιλίππων. Το ρούχο αφημένο καταγής, είμαι διάφανος. Διακρίνω εκχωμένα μέλη αγαλμάτων, άγρα σωμάτων τεμαχισμένων: γόνατο, μηρός, όσχεον, ακρώμιον κι ένα κεφάλι ενδεδυμένο τη μνήμη. Βλέπω καλπασμούς και τόξα υγρά και ημικύκλια. Λευκά ύδατα ποτίζουν τα απογευματινά τενάγη με τα επεισόδια μιας παλιάς ύλης. Μια βοή φτάνει ως εδώ. Ρωτάς: Από τη δυτική πλευρά, της παλαίστρας ή από τη νότια, των λουτρών; Οσφραίνομαι πικραμύγδαλο και δάφνη. Στην παλαίστρα, λες, αγένειοι έφηβοι αλείφονται με λάδι, πάμε. Τα γυμνά κορμιά τους γυαλίζουν χαλκήλατα στον ήλιο. Φοράς το δάφνινο στεφάνι σου, είσαι όμορφη, εξαγνισμένη ορφική. Σε θέλω. Η βοή προέρχεται από ποδολασία οπλιτών και την κλαγγή συγκρουόμενων ξιφών. Μη τρομάζεις, σου κλείνω τα μάτια ".
Έθιμα, βότανα, μαγγανείες και ξόρκια, χοροί, παζάρια, ονειροκρίτες, συμπυκνωμένη η ελληνική παράδοση στο χαρμάνι της γραφής του που  θέλει τον αναγνώστη μερακλή, να ανοίξει εκείνος το μεταξένιο πουγκί και να αφήσει τις μυρωδιές κάθε φορά να τον ταξιδέψουν.
 Πρόσωπα Λερναίες Ύδρες. Ονειρικό παραλήρημα και παραμιλητό. Εικόνες σκληρές που κάποτε μοιάζει να τις ξερνά σα Κρόνος. Σκληρές, λάγνες ή οδυνηρές.
Και εκεί, στον ρευστό πυρήνα της δικής του γης η γυναίκα:
Προκλητική αμαζόνα
Αγνή παρθένα
Παραδοτέα
Αμφίσημη σα χρησμός.
Πολύσημη.
Σπερματοδόχη αρσενικών.
Μάνα
Ερωμένη
Μήδεια
Σάρκινη και άυλη
Η γυναίκα Θεά. Στη στρωματογραφία της έχουν εναποτεθεί "πολεμιστές και Άγιοι, οπλίτες έφιπποι και λουόμενοι έφηβοι με στλεγγίδες. Γυμνήτες και σπαθοφόροι, μονομάχοι  και γέροντες με σαλβάρια από τα μεριά της Θράκης και τα παράλια της Ιωνίας. Γεννήτορες γενεών, σπορείς, ταξιδευτές και πεζικάριοι, φαντάροι στον Στρυμόνα, εγκληματίες, φυγάδες και σκλάβοι. Επικηρυγμένοι, Σαράφηδες της Αλεξάνδρειας και Ναβάβηδες της Βομβάης."

Η γυναίκα:
Που φτιασιδώνεται και βγαίνει στα λιμάνια, μοιραία και απαστράπτουσα. Και έπειτα Μέγαιρα και  Μέδουσα που ξερνά όξο και χολή, κατάρα, φωτιά και αστροπελέκι .
Που κακοποιείται,  ζητά εκδίκηση και εκδικείται.
Που ψάχνει σα λαγωνικό το αρσενικό και τη βαρβατίλα και ακυρώνεται από βουνίσιους, υποταγμένους μόνο στα άγρια ένστικτά τους.
Η γυναίκα μάγισσα και σειρήνα, γιατρέσσα ή κοσμογυρισμένη αλήτισσα, μεσήλικη με κίτρινα δάχτυλα, δρομαία και προφήτισσα.
Η  γυναίκα θάλασσα, πλανεύτρα και άπατη που καταπίνει αρσενικά με τη γητειά της.
" Την είδε τη θάλασσα ο άμαθος και τρόμαξε, ανάμεσα σε λαξεμένα ακρόπρωρα, καραβόπανα και σχοινιά. Έσκυψε να τη μαζέψει, ατελείωτη η πλανεύτρα και βαθιά, κι έβαλε τα κλάματα. Είναι μεγάλη κι άπατη, ρουφούσε τη μύξα, θα με πάρει, και κρύφτηκε στα μακριά φουστάνια της μάνας του. Ο Κυριάκος, δυο μάτια, τίποτα άλλο, δυο μάτια κάρβουνο που έκαιγαν στο πούσι. "
Η γυναίκα μάνα που ακρωτηριάζει και η γυναίκα κόρη που περιχαρακώνεται,  άτολμη στα ασφυκτικά όρια της προσταγής της, στεγνώνει, μιλά τη γλώσσα της κατάρας, γίνεται φόνισσα επιστρέφει στη μητρική αγκαλιά τερατώδης και αιχμάλωτη   της μόνης τόλμης της να αποδράσει:  σε ένα θαλασσινό  όνειρο, πάλι αρσενικό…
Γυναίκες πλαστικές  ή υγρές, νοτισμένες από πόθο, γυναίκες ασκοί, γεμάτες ανασφαλείς αρσενικές εμπνοές και ασφυξία.
Γυναίκες
 Που θέλουν να γεννήσουν και δε τους χαρίζεται η γέννα.
Που γεννούν και σκοτώνουν με γάντζο τα παιδιά τους ή θερίζουν χαλασμό.
Που συλλαμβάνουν μόνες έχοντας στην κοιλιά τους  σα  λέαινες τα αρσενικά.
Που φέρουν σπορά λασπώδη, και άλλες  λασπωμένες  να αγωνιούν για τη σπορά που δε μπορεί να έρθει.
Γυναίκες βουβές, απέναντι σε άντρες βαρείς και σκουριασμένους.
Αυτή η πάλη αρσενικού θηλυκού, άλλοτε αποκαλυπτικά  και χωρίς ταμπού ερωτική και άλλοτε τιτάνια που καταβροχθίζει,  διατρέχει τα αφηγήματα με τρόπο σοκαριστικά αφοπλιστικό. Αλλά είναι πέρα για πέρα βγαλμένη από την ίδια τη ζωή, που ο Δ. Αξιώτης φαίνεται να συγκέντρωσε  ρανίδα τη ρανίδα από  ιδρωμένες εμπειρίες του, ζωής και ανάγνωσης. Και εκεί τελικά φαίνεται η ιδιοφυία του λογοτέχνη. Όταν μετουσιώνει την πληροφορία σε εικόνα και τη σμιλεύει λεκτικά σε ιστορία, παραμύθι, όνειρο, κραυγή.
Και πάντα, και στα έντεκα αφηγήματα το ά-λογο ριζωμένο αγριόχορτο σε απόκρημνα βράχια ονείρων και σε στροβιλισμούς μανιέρας εν είδει τυφώνα που μόλις απελευθερώθηκε και σαρώνει αφήνοντας τον αναγνώστη αμήχανα παγωμένο μπροστά σε σκηνές  αποκάλυψης.
 "Η λογική των ανθρώπων είναι δίχως μίτο, χτυπάει στον πηλό των τοίχων και αφήνει σημάδια μεταμφιέσεων"

Ευδοκία Φανερωμένου



Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Δίοδος66100, Τεύχος 12, Ιούλιος 2017

Η Ευδοκία Φανερωμένου γεννήθηκε στην Καβάλα(1973).
Ποιήτρια. Εκπαιδευτικός. 
Απόφοιτη του τμήματος Ιστορίας- Αρχαιολογίας 
της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
Ζει και εργάζεται στην Καβάλα..



Δεν υπάρχουν σχόλια: