Η ιδέα του είχε καρφωθεί πρόσφατα στο μυαλό. Έτσι. Απρόσκλητη. Το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη για δύο εβδομάδες, προέκυψε πιο νωρίς απ’ ότι το υπολόγιζε και του έδινε την ευκαιρία. Αρκετές από τις επιχειρήσεις που είχε αναλάβει την οργάνωση και προώθηση της δουλειάς τους είχαν ζητήσει εκτάκτως μια δια ζώσης επαφή. Η Κλειώ που είχε αναλάβει τη φοροτεχνική τους υποστήριξη είχε γίνει σχεδόν υστερική με την υπόθεση «τυπικότητα». Η Θεσσαλονίκη ονομάστηκε προτεραιότητα, η βαλίτσα ετοιμάστηκε από την ίδια, πριν ακόμη εκείνος το καταλάβει, και τα εισιτήρια ήταν ακουμπισμένα στον μπουφέ. Ο Αποστόλης απόλαυσε δυο γουλιές από τον καφέ του και έκανε αυτόματα την κίνηση να φορέσει τα παπούτσια του. Κοντοστάθηκε. Άνοιξε τη βαλίτσα, αναζήτησε τη θήκη με τα προσωπικά καλλυντικά και με μια αποφασιστική κίνηση αφαίρεσε το ξυραφάκι και το πέταξε στα σκουπίδια. Η μέρα ήταν βροχερή. Ο συριγμός της βροχής σχεδόν βίαιος έμοιαζε να θέλει να θολώσει τα βλέμματα, να επισπεύσει τα βήματα και να ακυρώσει την όποια απόπειρα να ξεστρατίσει η ματιά σε κτίρια και ανθρώπους. Ευτυχώς το διαμέρισμά του, παρότι μικρό είχε το προνόμιο της θέας στο Θερμαϊκό και την υγρή του συνομωσία με τον χειμερινό ουρανό… Ήταν το καταφύγιό του τις βραδινές ώρες. Η θέα ήταν η λίμα που αποσπούσε τη σκόνη του πληθωρισμού των επαφών του κατά τη διάρκεια της ημέρας. Τακτοποίησε τις εκκρεμότητες και πριν ξεκινήσει για το πρώτο του ραντεβού σταμάτησε στον καθρέφτη. Έσυρε την παλάμη στο πρόσωπό του για να αισθανθεί την αδρότητα από τα πρώτα γένια μετά το χθεσινό ξύρισμα. Και χαμογέλασε.
Η βροχή τώρα είχε ηρεμήσει τον ρυθμό της και τα βρεγμένα πεζοδρόμια τόνιζαν ακόμη περισσότερο την ασχήμια της εγκατάλειψης και της προχειρότητας. Πλακάκια σπασμένα, κάγκελα σκουριασμένα, κτίρια κακοφορμισμένα, βεβηλωμένα. Ο ξένος που θα αναζητούσε την αισθητική του προφανούς, ίσως να μην άντεχε πάνω από δύο μέρες παραμονής σε αυτήν. Για τον ίδιο όμως, η πόλη κουβαλούσε μια ενέργεια τόσο δυνατή, που δυναμίτιζε την όποια ελευθερία του και ενεργοποιούσε τα γρανάζια της τόλμης του… Όπως σήμερα το βράδυ, στο Καπάνι, που κρατούσε την μόλις αγορασμένη στρατιωτική κουβέρτα για το σκοπό του.
Οι μέρες περνούσαν με αδημονία. Χρειαζόταν λίγο ακόμη χρόνο, ώσπου το χέρι στο πρόσωπο να συναντήσει πιο πυκνά γένια. Τα γένια του. Το εισιτήριο για τη δική του 25 ώρα. Η κουβέρτα. Το όχημα για το δικό του, προσωπικό ταξίδι. Την πέμπτη μέρα ήταν έτοιμος. Ο καλοντυμένος ώριμος επιχειρηματίας με το γενάκι που σίγουρα πρόδιδε τάση της μόδας για τους ανυποψίαστους συνεργάτες και πελάτες, κλειδωνόταν στο τελευταίο λεπτό πριν τα μεσάνυχτα. Εκείνη την ώρα είχε επιλέξει ως το μεταίχμιο της δεύτερης ζωής που αποφάσισε να χαρίσει στον εαυτό του ως εμπειρία. Με γρήγορες, κλεφτές κινήσεις βρέθηκε στην Πλατεία Αριστοτέλους. Και στο πρώτο ελεύθερο παγκάκι τυλίχτηκε με την παλιά κουβέρτα και διπλώθηκε σχεδόν σε εμβρυική στάση… Η 25 ώρα του. Τη σκεφτόταν από μικρό παιδί. Μια ώρα ολόδική του. Άγνωστη στους υπόλοιπους. Μια ώρα όπου θα μπορούσε σαν τον σούπερμαν ή κάποιο από τα αγαπημένα του καρτούν να μεταμορφώνεται, να παρατηρεί, να οσμίζεται και να εισπράττει την ανάσα της ζωής και του κόσμου. Το σφυγμό της εποχής και το στίγμα της… Η 25 ώρα του. Και εκείνος όχι καρτούν, αλλά ένας άστεγος στην Πλατεία Αριστοτέλους… Τα φώτα και η υγρασία έσφιγγαν τώρα την πόλη με τον κορσέ της νύχτας… Και εκείνη άφηνε σαν άρωμα τις σκιές και την πολυσημία της καθώς χόρευε τη ζεμπεκιά της. Τα μάτια του ίσα που φαινόταν ανάμεσα στο σκούφο και τη χλαίνη που τον σκέπαζε… Μα η ματιά, άγραφο χαρτί, έτοιμο να παραδοθεί στην έμπνευση του πιο σοφού γραφέα… της ίδιας της ζωής. Εκείνη ήξερε το ίδιο καλά να σκαλίζει ορνιθοσκαλίσματα ταυτόχρονα με καλλιγραφίες. Περαστικοί βιαστικοί με χαμηλωμένα τα βλέμματα, συντονισμένοι στους προορισμούς της βραδιάς, έρχονταν και χάνονταν από μπροστά του χωρίς να του δίνουν σημασία. Μια γυναίκα έσερνε το ξενυχτισμένο αγοράκι της από το χέρι φωνάζοντάς του. Τρεις νεαροί κάθισαν για λίγο στο διπλανό παγκάκι αφοσιωμένοι στην οθόνη του κινητού τηλεφώνου τους… Στάση για τσεκ ιν, σκέφτηκε… Τα υπόλοιπα παγκάκια πολύ σύντομα ήταν όλα κατειλημμένα. Από παρέες που έδιναν ένταση με τα γέλια τους στη γλυκάδα της βραδιάς. Από ζευγάρια που έχτιζαν τους προμαχώνες των στιγμών τους. Από μοναχικούς διαβάτες που στάθμευαν άλλοτε αναποφάσιστοι και άλλοτε αποφασισμένοι να σφραγίσουν λέξεις, κεφάλαια, αρχές και τέλη… Προσωρινές κρατήσεις θέσεων, μέχρι να έρθει ο επόμενος ένοικος για να αφήσει το δικό του χνάρι στο κάθε πολυκαιρισμένο παγκάκι.
Και εκείνος εκεί. Κάθε βράδυ. Αόρατος σε όλους, αθέατος, να εισπράττει τις ανάσες της ζωής, την ομορφιά και την ασχήμια της. Τέταρτη συνεχόμενη νύχτα και κανένας δεν είχε σταθεί στο παγκάκι πλάι του. Ακόμη και όταν όλα τα υπόλοιπα δεν ήταν διαθέσιμα. Χθες μια νεαρή κοπέλα τράβηξε άκομψα, μάλλον προκλητικά τη φίλη της που τυχαία ακούμπησε στην κουβέρτα του περνώντας ξυστά από μπροστά του. Αυτόματες κινήσεις, φοβικές. Αυτόματες σκέψεις ανθρώπων ταμπελοφόρων… Βγάζουν από την ποικιλία της συλλογής τους την κατάλληλη ταμπέλα και ονοματίζουν το σύμπαν τους… Πριν από λίγο μια κοπέλα ακούμπησε το ραδινό κορμάκι της στο απέναντι παγκάκι. Κύρτωσε τη ράχη και το σώμα είχε ήδη αρχίσει να ταλαντώνεται από τους λυγμούς της… Ο πόνος είναι θέριεμα της νύχτας. Ντύνεται το σκοτάδι και κυκλοφορεί πιωμένος σε πλακόστρωτα και σε παγκάκια… Γύρισε το βλέμμα της και τον κοίταξε… Δεν τόλμησε να του μιλήσει. Σέρνοντας αργά τα βήματά της κατευθύνθηκε στην άκρη του δρόμου, μπήκε στο πρώτο ταξί που συνάντησε και χάθηκε στη χοάνη της νύχτας…
Εκείνην κοιτούσε ο Αποστόλης, όταν ένιωσε την παρουσία του δίπλα του. Μια λεπτοκαμωμένη, αποστεωμένη φιγούρα με μια χάρτινη σακούλα συνοδεία. Την κρατούσε με τόση τρυφεράδα που νόμιζες ότι στο παγκάκι δεν κάθονταν δυο ψυχές, αλλά τρεις. Οι δυο τους και η σακούλα. Κοιτούσε τη θάλασσα, τον ορίζοντα και η αναπνοή του ήταν βαριά, ανάσαιμα καημού, ανάσαιμα ταλαιπωρημένου οδοιπόρου. Στάθηκε αρκετή ώρα δίπλα του χωρίς να μιλά.
«Άραγε με βλέπει; Ή ζει στη δική του διάσταση, στεγανοποιημένος στις σκέψεις του;» αναρωτήθηκε όλος περιέργεια ο Αποστόλης.
Κάποια στιγμή το χέρι ψαχούλεψε το εσωτερικό της σακούλας και έβγαλε με ευλάβεια το περιεχόμενό του. Ένα ξύλινο χειροποίητο καλογυαλισμένο καροτσάκι με χειρολαβές, που μόλις χωρούσε στην παλάμη του. Με τα ακροδάχτυλα περιέτρεξε το περίγραμμά του, σα χάδι σε ορφάνια.
«Είναι μασίφ»… ψέλλισε χαμηλόφωνα.
«Ξύλο ελιάς. Πέντε μέρες το σκάλιζα…»
Σιώπησε για λίγο… Και σα να ήθελε να ξεβράσει τη θύελλα που έκρυβε η ψυχή του, έγινε χείμαρρος που βρήκε την κοίτη του στη συντροφιά του άγνωστου άντρα που στεκόταν στο παγκάκι, άχρονος, χωρίς ταυτότητα, μια κοίτη ασφαλής, ανώνυμη.
« Εδώ και πέντε μήνες το δείχνω παντού, και αυτό και τα άλλα ξύλινά μου δημιουργήματα, σε όποιον μπορείς να φανταστείς. Είμαι άνεργος εδώ και έναν χρόνο. Το εργοστάσιο που δούλευα έχει κλείσει. Δουλεύει μόνο η κυρά. Καθαρίζει σκάλες. Δεν μπορώ ούτε σοκολάτα στον εγγονό μου να πάρω… Όταν μένεις άνεργος στα 50 πονάει πολύ… Χρόνια τα σκαλίζω… Το ξύλο το αγαπώ. Κι εκείνο όμως. Είτε λέγεται έπιπλο, είτε πρώτη ύλη… Του μιλάω και μου μιλά. Το γυαλίζω… Φτηνά το δίνω… Τίποτα… Να, σχεδίασα και αυτή τη μακέτα για να τυπώσω κάρτες, κάποια στιγμή όταν μπορέσω… μα τζάμπα κόπος… Δεν παίρνουν το τηλέφωνό μου ούτε από ευγένεια…» είπε βγάζοντας από τη σακούλα το πόνημά του.
Η ματιά του Αποστόλη πλέον είχε σαγηνευτεί από το μικροσκοπικό αντικείμενο… Κουβαλούσε μια τελειότητα ξεχωριστή… Αυτός ο άνθρωπος ήταν πραγματικός τεχνίτης…Τον κοίταξε ορθά στα μάτια…
«Μπορώ να το περιεργαστώ;» ρώτησε.
«Το ρωτάς, ρε φίλε; Είσαι ο πρώτος που χαλαλίζει τη ματιά του».
Έβγαλε το χέρι από την κουβέρτα και η αφή γλυκάθηκε από τη λεία επιφάνεια. Έδωσε κίνηση με τον δείκτη του στη μασίφ ρόδα και τσούλησε το καροτσάκι στη ράγα από το παγκάκι…
«Είναι μοναδικό. Απόστολος.» συστήθηκε.
«Να σαι καλά ρε φίλε. Ιάκωβος. Αλλά τι σου λέω και σένα βραδιάτικα… Έχεις χειρότερα ζόρια από μένα… Σχώρα με. Σχώρα με, αδερφέ…»
«Μήπως μπορείς να μου κάνεις μια χάρη; Θα μπορούσες να πεταχτείς στο περίπτερο να με κεράσεις ένα νεράκι; Τα πόδια μου δε με βαστούν…»
«Φυσικά, άνθρωπέ μου. Είναι το λιγότερο που μπορώ να σου προσφέρω. Κράτα μου εσύ τη σακούλα μόνο. Ναι;»
Το νερό προσφέρθηκε με αξιοπρέπεια και το ίδιο αξιοπρεπώς, ζητώντας μια ακόμη φορά συγνώμη ο Ιάκωβος ζυμώθηκε με τους περαστικούς και χάθηκε στη νύχτα. Αποκαμωμένος φόρεσε τις παντόφλες του και έγειρε σύντομα στο πλευρό της αγαπημένης του γυναίκας… «Αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα» ψιθύρισε και παραδόθηκε στην κούρασή του.
Το επόμενο πρωί πίνοντας το ελληνικό καφεδάκι του κάκιωνε τον εαυτό του που τόλμησε να φερθεί τόσο αλαζονικά σε έναν άστεγο, ταλαιπωρημένο άνθρωπο… «Δεν έπρεπε να παρασυρθώ… Δεν έπρεπε…»
Ήταν περασμένες δώδεκα όταν χτύπησε το τηλέφωνο… «Καλημέρα σας. Ο κύριος Ιάκωβος Πολυζώης;… Από το εργαστήρι «Τζεπέτο» σας τηλεφωνώ… Έχουμε ανοίξει πολύ πρόσφατα και στόχος μας είναι η χονδρική πώληση ξύλινων αντικειμένων αποκλειστικά χειροποίητων Χρειαζόμαστε έναν καλό τεχνίτη. Μήπως θα μπορούσατε να περάσετε να τα πούμε από κοντά;… Είμαστε στη διεύθυνση….» Οι τελευταίες λέξεις γράφτηκαν στο χαρτί από το τρεμάμενο χέρι του Ιάκωβου… Που τον είχαν βρει; Ποιος; Βιαστικά κατευθύνθηκε στην καρέκλα όπου είχε ακουμπήσει τη χθεσινή του σακούλα. Η μακέτα έλειπε από μέσα…
Το ίδιο βράδυ βρέθηκε στην πλατεία Αριστοτέλους. Το παγκάκι του Αποστόλη ήταν άδειο…
_
Η Φανερωμένου Ευδοκία ζει και εργάζεται στην Καβάλα. Της αρέσει να γράφει και να αποτυπώνει εικόνες και στιγμές.
Η ίδια δηλώνει: “Ένα στιγμιότυπο στέκεται πάντοτε η αφορμή για να αναζητήσω ένα στυλό, μια φωτογραφική μηχανή, ένα πληκτρολόγιο. Είναι τα δικά μου πρόχειρα εργαλεία για να συμπληρώνω πάντα το δεύτερο σκέλος της εξίσωσης: …+ ! + ; = “.
Ένα ακόμη έργο μιας λογοτεχνικής
ιδιοφυίας. Γιατί όταν μιλάμε για το Γιάννη Καλπούζο, μιλάμε για έναν λογοτέχνη
που κινείται με αφοπλιστική άνεση ανάμεσα στην ποίηση, τη
στιχουργική, το ιστορικό μυθιστόρημα, το αστυνομικό θρίλερ, ανάμεσα στο
παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μεταβολιζόμενος κάθε φορά γλωσσικά και σκηνικά
στην ατμόσφαιρα που αποκαλύπτει ο ελευθερωμένος από τους ασκούς του
αγέρας.
Είναι πολύ σπάνιο και,
φαντάζομαι, εξαιρετικά δύσκολο για έναν συγγραφέα να ξεφύγει από τον στερεότυπο
τρόπο γραφής και θεματολογίας καταφέρνοντας να προσφέρει στους αναγνώστες του
μοναδικά, πρωτότυπα κάθε φορά έργα.
Κάπως έτσι, το ΣΑΟΣ, αποτελεί μία
περίπτωση unicum. Επικό και ανεπιτήδευτα κινηματογραφικό, στηριγμένο
σε ένα απρόοπτο, λειτουργεί μαγνητικά για τον αναγνώστη, από την αρχή μέχρι το
τέλος.
Ένα νησί, φανταστικό, που θα
μπορούσε να είναι ένα οποιοδήποτε ελληνικό νησί, ή ένα νησί οπουδήποτε στον
κόσμο, μα μέσω του Καλπούζου ένα νησί κουβαλητής της ταξιδιωτικής ματιάς
του, μέσα από τα επίσης φανταστικά, αλλά καθόλα ελληνικά και υπαρκτά τοπωνύμιά
του. Η κανονικότητα της ζωής διακόπτεται από ένα ισχυρό σεισμό και την απρόοπτη
εξέλιξή του: ως μετασεισμός προκύπτει η σταδιακή βύθιση του νησιού και η
ανάδυση μιας νεφελώδους στάχτης που καθιστά αδύνατη την όποια επικοινωνία
με τον υπόλοιπο κόσμο και την παροχή βοήθειας. Η απροσδόκητη εισβολή της
πολύ σοβαρής πιθανότητας επικείμενου θανάτου ενεργοποιεί απρόβλεπτες
αντιδράσεις στους μέχρι πρότινος «κανονικά» συμπεριφερόμενους κατοίκους,
αντιδράσεις που ποικίλουν από το μεγαλείο της υπέρβασης και της προσφοράς ως
την απόλυτη αποκτήνωση, την αυτοδικία, την παράκρουση και την παράνοια.
Με εξαιρετική μαεστρία, ο
συγγραφέας συνθέτει τις ανθρώπινες ψηφίδες όλων των αποχρώσεων στο πλάτωμα
μιας φυσικής καταστροφής. Και χωρίς καμία πρόθεση διδακτισμού
αποδομεί τη ανθρώπινη φύση, της αποσπά την πανοπλία της καθημερινότητας και της
ασφάλειας και της αφήνει μοναδικό λάφυρο το φόβο. Ο τρόπος που ο κάθε ήρωας
έρχεται αντιμέτωπος με το λάφυρό του αυτό, αποκαλύπτει ακριβώς το ταλέντο του
Καλπούζου να διαχειρίζεται τη διάσπαρτη δύναμη της δημιουργίας, όπως ο ίδιος
την ονοματίζει στο βιβλίο.
Πέρα από το γεγονός ότι το βιβλίο
πάλλεται από ένταση και αγωνία, η μαγεία του είναι δεμένη στα κρόσσια
ενός χαλιού που σου επιτρέπει από ψηλά να έχεις το προνόμιο της θέας του τι
τελικά μένει. Τι είναι αυτό που αξίζει στην ανθρώπινη ζωή. Ποιο είναι εν τέλει
το συστατικό της σοφίας και της ουσίας του σύντομου περάσματος του ανθρώπου από
τη ζωή. Πάνω σε τούτο το μαγικό χαλί, όταν όλα φαίνονται μικρά κει κάτω, όταν
τα ανθρωπάκια μυρμήγκια κουβαλούν στις εύθραυστες υποχθόνιες φωλιές τους τα
σποράκια της ματαιοδοξίας, για να ξεχειμωνιάσουν, σε κάποιες μικρές γωνιές ο
ήλιος στήνει γέφυρα το φως του και το τοπίο λαμπυρίζει, όπως ο ποδόγυρος στο άσπρο
φουστανάκι της δεκάχρονης Ρόζας. Είναι οι γωνιές κυψέλες, οι γωνιές μήτρες όπου
φωλιάζουν οι τρεις μεγάλες δυνάμεις της ζωής. Από την καταβύθιση του νησιού
επιπλέουν τελικά ο έρωτας, η δημιουργία, η αγάπη . Οι όποιες
φέλλινες επιπλεύσεις ανθρώπων που εκμεταλλεύτηκαν συγκυρίες, εφάρμοσαν
στρατηγικές και άδραξαν ευκαιρίες ,λειτουργούν εξισορροπητικά, ως η σκούρη
πινελιά στον καμβά της αληθινής ζωής, ως ο τόνος της αντίθεσης στα φωτεινά
χρώματα των υγιών δυνάμεων.
Ανάλογα λειτουργούν κάποιες
απόλυτα σεισμικές στιγμές, όπου αποκαλύπτεται βιβλικά η ταυτόχρονη
συνύπαρξη του καλού και του κακού, του μαύρου και του άσπρου ακαριαία. Το
δαιμονικό στοιχείο απέναντι στο καθαγιασμένο…
Λεπτοδουλεμένος σαρκασμός
και αίσθηση βελούδου συντίθενται σε μια ισορροπία εύθραυστη και
πολύτιμη που οδηγεί τον αναγνώστη στην πρόσληψη εικόνων και
συλλογισμών. Γ ια το διττό των ανθρωπίνων. Για τον Ιανό που παραφυλάγει
με παιγνιώδη διάθεση σε κάθε μας βήμα.
Και όλα αυτά με μια γραφή
χαρισματική, που βηματίζει αυθεντική με τα άρβυλα της έμπνευσης και
αποκαλύπτει έναν μοναδικό τεχνίτη του λόγου. Στην ονοματοθεσία- ο κάθε
ήρωας δε φαίνεται καθόλου τυχαία να φέρει το όνομά του- στην εγκιβωτισμένη
ποίηση, στη σύλληψη νοητών έργων τέχνης που περιγράφονται σχεδόν ονειρικά . Στην
εκτόνωση της αγωνίας και της έντασης με τεχνικές ευρηματικές. Κάθοδος Μυρίων,
Όμηρος, Βαβέλ, εικόνες αποκάλυψης… όλη η γη σε μια γραφή.
Ένα μυθιστόρημα με πλοκή τόσο
αριστοτεχνικά δουλεμένη, που κρύβει καλά τα μυστικά της για να τα εμφανίσει ως
ανατροπές σε ανυποψίαστες στιγμές. Ένα μυθιστόρημα που ακροπατώντας στο
παρελθόν και αγγίζοντας το μέλλον κατορθώνει να παραμείνει …άχρονο, και συνεπώς
διαχρονικό!
Ρούφηξε την τελευταία γουλιά από το σκέτο ελληνικό του και
σηκώθηκε. Οι επόμενες κινήσεις, τελετουργικές. Οι ίδιες κάθε μέρα. Βρέξιμο της τσατσάρας,
δυο ψεκασμοί κολώνιας-η τελευταία αγορασμένη από πλανόδιο στην παραλία-
στρώσιμο του μαντηλιού στο πέτο, παπούτσια και έτοιμος. Τι κι αν το σακάκι δε
θύμιζε τίποτα από εκείνην την εποχή που… Λάθος σκέψη. Τα παπούτσια είναι του
γιου του. Και είναι άνετα.
Περπατά σκυφτός κοιτάζοντας προσεκτικά το έδαφος. Γηρατειά
θα έλεγε κανείς. Όμως για εκείνον, η περπατησιά αυτού του στυλ είναι η
ανεμίζουσα σημαία της αξιοπρέπειάς του.
«Πάρε ένα μπαστούνι,
άνθρωπέ μου, αφού δε βλέπεις, θα τσακιστείς καμιά μέρα…» τον γλωσσότρωγε
καθημερινά η κυρά Ματούλα για τον κόσμο, Μαλάμω για τον κυρ Λεωνίδα.
Τσακίστηκε. Όχι μία, αλλά αρκετές φορές. Μα κι αυτό φρόντισε επιμελώς να το
συγκαλύψει. Μια τον πονούσε το γόνατο, δήθεν από τον καιρό, μια ο αγκώνας απ’ τα αρθριτικά…Και στο μπάνιο κρυφά άδειαζε
το μπουκαλάκι το ιώδιο και έβγαζε τρελή τη Μαλαματή
«Μα πότε στο καλό
τέλειωσε το ιώδιο; Τι θα βάλω στο παιδί τώρα…».
«Καλά, τόσο καιρό που
σου λέω ότι έχει τελειώσει δε μ’ ακούς. Άρχισες να τα χάνεις κυρά Μαλάμω».
Είχαν περάσει δυο χρόνια από τότε
που έκανε την επέμβαση στα μάτια. Καταρράκτης, επέμβαση ρουτίνας στα 84. Μπήκε
χαρούμενος στο χειρουργείο. Βγήκε με ακόμη πιο θολωμένη όραση. «Θα δεις,
παππού, περίμενε να περάσουν μερικές μέρες…» του είχαν πει. Και δεν ξαναείδε. «Καλά,
κυρ Λεωνίδα, δεν το ήξερες ότι έπρεπε να δώσεις φακελάκι; Α, σαν τον αφελή
πιάστηκες στη φάκα» έσταζαν ξερολισμό μα και αλήθεια τα λόγια της γειτόνισσας. Η διάγνωση του οφθαλμιάτρου που επισκέφθηκε
αργότερα ήταν κατηγορηματική. Η κατάσταση δεν επιδέχεται βελτίωση. Θα
συνηθίσεις να ζεις με μειωμένη όραση στα δυο σου μάτια. Από τότε η θολούρα είχε
γίνει η πιο πιστή φιλενάδα του. Αλλά και η δύναμη που πυροδότησε τις άλλες αισθήσεις
του, την όσφρηση και την ακοή. Αρνήθηκε την όποια βακτηρία. Και κύρτωσε την πλάτη σαν ασπίδα στη θολωμένη
του όραση.
Στο πλαίσιο της τελετουργίας εντασσόταν και η καθημερινή
διαδρομή του. Μανάβης, Φούρναρης, μια φορά την εβδομάδα κρεοπώλης και … το
πρακτορείο λαχείων της γειτονιάς. Δεν ήθελε να κερδίσει πολλά. Ένα βοήθημα. Όχι
για τον ίδιο. Για τα παιδιά. Χρονιάρες μέρες και ντρεπόταν που δεν είχε να
δωρίσει το κατιτίς στα εγγόνια του. Κι ας μην έφταιγε εκείνος.Χα. Εκείνος. Που
παλιά… Όλα τα άλλα μπορούσε να τα
προσπεράσει. Όμως αυτό όχι. Μπορούσε να περάσει με τα λιγοστά του χρήματα, σπαρτιατικά.Μπορούσε
να αντέξει χωρίς θέρμανση. Μια χαρά τα βόλευε με την παλιά του ρόμπα. Όμως τα
εγγόνια… Χρονιάρες μέρες ήτανε. Αυτό ξεπερνούσε τις δυνάμεις του.
Το σούπερ μάρκετ της περιοχής ασφυκτιούσε από τον κόσμο. Η
λαιμαργία των γιορτών καταβρόχθιζε ακόμη και την ευγένεια. Σπρώχνονταν όλοι
στην ουρά μπροστά από χοιρομέρια και
παστουρμάδες που υπόσχονταν το τελευταίο που τους είχε απομείνει: ένα λαμπερό
πρωτοχρονιάτικο τραπέζι. Να χορτάσει πρώτα το μάτι, μετά η κοιλιά και να έχει
επιτευχθεί ο στόχος. Να περισωθεί τουλάχιστον αυτή η πολυτέλεια από τα δόντια
του ανάλγητου κράτους.
Ήρθε η σειρά του. -«Δέκα φέτες σαλάμι αέρος, παρακαλώ»
ψέλισσε στη γυναικεία φιγούρα που διέκρινε. Δίπλα του η φρεσκάδα του αρώματος ενός
νεαρού του τρύπαγε τα ρουθούνια. Από τη μια τα χοιρομέρια και από την άλλη
εκείνη η δροσιά. Θυμήθηκε φευγαλέα τα νιάτα του. Και μια υποψία χαμόγελου στάθμευσε
βιαστικά στα χείλη του.
Το ψωμί ο φούρναρης το είχε κρατημένο. Το ίδιο και τα χόρτα
ο μανάβης. Διέσχισε την πλατεία και την οχλοβοή, αργά, πάντα σκυφτός. Μα, η μυρωδιά εκείνη δεν
έλεγε να φύγει από τα ρουθούνια του. Λες και τον ακολουθούσε. «Α, δε θέλω
τέτοια, κυρ Λεωνίδα. Σα πολύ να το κανάκεψες το παρελθόν, σήμερα. Δεν ωφελεί.
Σε λίγο θα αρχίσεις να έχεις φαντασιώσεις…».
Τρίτη 10:32 πμ
Μέσα στο προποτζίδικο γινόταν το αδιαχώρητο. Υποσχέσεις και
τζόγος μπερδεύονταν ανάμεσα σε πανωφόρια
με μυρωδιά στριφτού τσιγάρου, αποφόρια και αποφορά.Και τη μυρωδιά από τα…νιάτα,
εκείνη την ίδια που έμοιαζε να τον ακολουθεί από το σούπερ μάρκετ επίμονα βασανιστική, να διαψεύδει τη φαντασία
του. Έπαιξε τη στήλη του και κίνησε προς την έξοδο.
Και εκεί το είδε. Θολό μα συνάμα ξεκάθαρο. Ένα
χαρτονόμισμα πεσμένο σα φύλλο
φθινοπωρινό στο υγρό χειμωνιάτικο πλακόστρωτο. Έσκυψε. Κοίταξε πρώτα αριστερά,
έπειτα δεξιά. Και με γρήγορες κινήσεις το έβαλε στην τσέπη του. Στην πρώτη
γωνία που βρήκε σταμάτησε. Τα χέρια ψαχούλεψαν την τσέπη με λαχτάρα παιδιού που
ανοίγει καραμέλα. Μπόρεσε να ξεχωρίσει
το χρώμα πρώτα, το 2 και τα δυο μηδενικά στη συνέχεια. Τα χέρια έτρεμαν. Όχι
δεν ήταν δυνατόν. Αυτά ΔΕ συμβαίνουν.Κι αμέσως η σκέψη καρφώθηκε απαιτητική
και άξεστη στον προηγούμενο κάτοχό του.
Πω, πω, ο άνθρωπος που το έχασε μπορεί να το ψάχνει ήδη. Κι αν έπρεπε μ’ αυτό
να πληρώσει κάποιον λογαριασμό; Κι αν αυτά ήταν τα χρήματα για να επιβιώσει
μέχρι την Πρωτοχρονιά;
Φίδια τον έζωσαν. Αυτό είναι το τυχερό σου, σκέφτηκε. Δε
συμβαίνει κάθε μέρα να βρίσκεις 200 ευρώ στο δρόμο. Μ' αυτά θα μπορέσεις όχι
μόνο να πάρεις δώρο φέτος στα εγγόνια σου μα ακόμη και να καλέσεις την
οικογένεια για φαγητό. Έχεις το δικαίωμα. Τώρα
θα έχεις και την περηφάνεια. Τάχυνε το βήμα σα να θελε να το συντονίσει
με την καρδιά. Σχεδόν τυφλά έφτασε σπίτι. Δε σκόνταψε πουθενά. Δε χασομέρησε με
κουβέντες. Και μόνο όταν το κλειδί γύρισε στην πόρτα αισθάνθηκε ασφαλής.
-«Μα, πως είσαι έτσι; Τι έπαθες Λεωνίδα; Έχεις χάσει το
χρώμα σου…» αντιλήφθηκε το λαγωνικό η
Μαλάμω.
Με χέρια βαριά σα
μολύβι έβγαλε το χαρτονόμισμα από την τσέπη και το μόνο που -μπόρεσε να ψελίσει
ήταν ένα ξεψυχισμένο: «βρήκα…αυτό».
«Πλάκα μου κάνεις. Υπέροχα.
Σπουδαία. Πού να έβλεπες κιόλας…» συνέχισε το παραλήρημα και οι φωνητικές
χορδές ανέβαιναν τόσο γρήγορα την κλίμακα που στο τέλος έγιναν στριγκιές.
-«Δεν πιστεύω να το είπες πουθενά;
Δεν πιστεύω να θέλεις να το δώσεις πίσω;
Μ’ αυτό θα κάνουμε γιορτές.
Είδες κανέναν γνωστό στο δρόμο;
Σε είδε κανείς;»
-«Μαλάμω, αυτό το χαρτονόμισμα δεν μας ανήκει. Πρέπει να πάω
στην αστυνομία, μπορεί ο κάτοχός του να δήλωσε απώλεια…»
«Που να πας;»
«Αυτό είναι η τύχη σου».
«Και η ατυχία κάποιου συνανθρώπου»
«Δεν έχεις να πας πουθενά. Την τύχη μας δεν την κλωτσάμε.
Αυτό είναι πανάρχαιος νόμος. Χρονιάρες
μέρες, μας ήρθε τέτοιο δώρο και εσύ θα φερθείς σαν αφελής; Με το σταυρό στο χέρι
να πηγαίνεις, τρομάρα σου. Εσύ θα σώσεις τον κόσμο. Κούνια που σε κούναγε. Εδώ
άλλοι τρώνε τα εκατομμύρια, αυτό σε πείραξε. ..». Και φόρεσε τα μούτρα της για
το υπόλοιπο της μέρας.»
Η μέρα πέρασε βασανιστικά για τον κυρ Λεωνίδα. Το ίδιο και η
νύχτα. Ένιωθε πιο κλέφτης από έναν πραγματικό κλέφτη. Όχι, το χαρτονόμισμα δεν
του ανήκε. Σίγουρα έπρεπε να το επιστρέψει. Εντάξει. Δεν τον είχε δει κανείς. Ή
τουλάχιστον δεν τον σταμάτησε κανείς. Φαινομενικά ήταν δικό του. Όμως… Όμως… Νάτην
πάλι η ρημάδα η αξιοπρέπεια. Εκεί απέναντι να του χαμογελάει ειρωνικά. Να
τον υποβάλλει σε δοκιμασίες. « Εσύ; Εσύ να φερθείς έτσι; Θα πουλήσεις τη
στάση μιας ολόκληρης ζωής για 200 ψωροευρώ; Τι κι αν τα εγγόνια σου δεν πάρουν
φέτος το δώρο τους; Είναι παιδιά που καταλαβαίνουν. Εσύ τα μεγάλωσες. Πιο
δυνατά θα τα κάνεις. Θα τα ζυμώσεις μες στην αυτάρκειά τους. Να μάθουν να
αγωνίζονται. Να βλέπουν την ουσία. Σοφά θα τα κάνεις κυρ Λεωνίδα…». Και άλλα τέτοια
του έλεγε, φλύαρη και σαρκαστική.
Αξημέρωτα ξεκίνησε την επόμενη μέρα. Έξω από την πόρτα του
αστυνομικού τμήματος ήταν πλέον σίγουρος για την επιλογή του.
«Καλημέρα σας. Χθες βρήκα αυτό το χαρτονόμισμα. Μήπως
κάποιος δήλωσε την απώλειά του;» είπε δωρικά, κοφτά.
«Απ’ όσο γνωρίζω, όχι, απάντησε ο ένστολος. Περιμένετε όμως να
ρωτήσω και τους συναδέλφους, συνέχισε, χωρίς να κουνηθεί από την ορθοπεδική του
πολυθρόνα. «Μπάμπη, μήπως δήλωσε κανείς απώλεια χρημάτων χθες;»
Ο Μπάμπης κατέφθασε ρίχνοντας μια ανακριτική ματιά στον
περίεργο επισκέπτη.
- «Τσουκ» μίλησαν τα μάτια του, και τα βλέφαρα βαριά λες και αρνούνταν να συντονιστούν με οποιοδήποτε
φωνήεν ή σύμφωνο θα μπορούσαν να σχηματίσουν λέξη.
-«Πηγαίνε, παππού. Άφησε για καλό ή κακό το τηλέφωνό σου, και αν
εμφανιστεί κανείς θα σε ενημερώσουμε. Αλλά για να μην έχει δηλωθεί ακόμη, δεν
πιστεύω να έχουμε καμιά εξέλιξη. Άντε, τυχερός ήσουν. Θα κάνεις καλά
Χριστούγεννα φέτος».Το τελευταίο με το
ρέλι της ζήλιας να έχει ξηλωθεί απ’ το πανωφόρι του και να προδίδει τη φτήνια
του.
Πρωί της προηγούμενης μέρας, 8:30.
Το νέο lifestyle
σε εφαρμογή. Πρωινό με κουάκερ, φυσικό χυμό, βασιλικό πολτό και η τελευταίας
τεχνολογίας καφετιέρα σε αναβρασμό.
Επιτέλους. Αυτή την ησυχία την περίμενε καιρό στο σπίτι. Οι άλλοι είχαν ήδη
φτάσει στον προορισμό τους. Είχε κάθε λόγο να σφυρίζει χαρούμενα. Και για το
ότι έμεινε πίσω και θα είχε το σπίτι ελεύθερο για τους φίλους τους, και…κυρίως
για το πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν, και γιατί είχε γλιτώσει φέτος από τους αγκυλωμένους
γκρουμ, σεφ, μπάτλερ και όλους εκείνους τους ατσαλάκωτους κυρίους στο πεντάστερο
ξενοδοχείο που η ευγένειά τους βρισκόταν σε συνεχή ανατροφοδότηση από το
πορτοφόλι σου. Τι να σου κάνουν κι αυτοί; Τη δουλειά τους κάνουν οι άνθρωποι. …
Όμως ο αναβρασμός της καφετέριας εδώ και μέρες δεν ήταν ο
ήχος που κλυδώνιζε την ησυχία των πρωινών του εγερτηρίων. Το κόχλασμα της σκέψης
του τον ενοχλούσε. Ο αναβρασμός της ίδιας του της ψυχής. Είχε καταφέρει όλα όσα
είχε βάλει στόχο. Όλα; Και τελικά ποιοι ήταν οι στόχοι του; Ξεκινούσαν από τον
ίδιο και γυρνούσαν πάλι εκεί. Ένα μπούμερανγκ εγωισμού, αυταρέσκειας και οικοδόμησης προφίλ η ζωή του. Τις τελευταίες
μέρες έμοιαζε να την παρακολουθεί. Δε διασκέδαζε. "Αλλού είναι το νόημαΝτίνο", σκέφτηκε. "Τόσα χρόνια περιμένεις τον Άγιο
Βασίλη. Ποτέ δε σε πρόδωσε. Πάντα ερχόταν ροδαλός και στρουμπουλός και σου τα
ακούμπαγε. Ό,τι λαχαρουσε η ψυχή σου. Μα φέτος; Αυτό που λαχταράς θα μπορέσει
να στο φέρει; Αγάπη λαχταράς. Να προσφέρεις. Όχι τα πλαστικά σου, μα τα αληθινά
σου. Την έγνοια, τη φροντίδα, την ανθρωπιά. Τι κι αν δε πείραξες ποτέ σου ούτε
μυρμήγκι; Ανθρωπιά πρόσφερες; Χάδι; Έγνοια στο συνάνθρωπο; Έτσι είναι φίλε μου.
Σήμερα μιλάμε αλήθειες. Θυμήσου, πότε είδες τελευταία φορά ένα αληθινό χαμόγελο,
πηγαίο, συσπαζόμενο από χαρά, αληθινή χαρά;"
"Ο Άγιος Βασίλης σου φέτος είσαι εσύ. Και η πίστη σου σ’
αυτόν. Δικό σου θα είναι το χαμόγελο. Μπερδέψου με τους ανθρώπους. Βρες χαρμάνι
γνήσιο. Βρες τον τρόπο"..
10:00 πμ.
Έκλεισε σχεδόν βίαια την καφετέρια σαν να την τιμωρούσε.
Ψέκασε ακόμη πιο βαστικά την ακριβή κολώνια του.
Και βγήκε στο δρόμο.
10.31 π.μ.
Τον είχε ακολουθήσει.
Τον είχε ξεχωρίσει ανάμεσα στο πλήθος. Η φιγούρα του σκυφτή, περπατούσε
κοιτάζοντας προσεκτικά κάτω, σα να φοβόταν μη σκοντάψει, σα χαμένος στις σκέψεις
του.Το φθαρμένο του πανωφόρι και τα πολυκαιρισμένα παπούτσια κουβαλούσαν μια
αρχοντιά που φαινόταν άφθαρτη. «Τι να σκέφτεσαι, άραγε, παππούλη;» Θυμήθηκε τον
δικό του παππού, τα παιχνίδια, τις αγκαλιές, τα παραμύθια που του διάβαζε με
χρωματισμένη πάντα τη φωνή και πάντα με το ίδιο τέλος: «…και ζήσαν αυτοί καλά,
εμείς όμως παιδί μου, ακόμη καλύτερα…». Αποφάσισε να στήσει το σκηνικό από το
δικό του παραμύθι. Ο ίδιος ίσως και θα μπορούσε να είναι ένας εξόριστος μάγος
που έχασε το χαμόγελό του. Ένα ξωτικό.
Και έγινε η σκιά του. Η περιέργεια του περίσσευε. Πού
πήγαινε ο παππούς;
Είχε μπει στο πετσί του ρόλου. Σα ξωτικό,θα ήταν ελεύθερος να
αφήσει τα συναισθήματα να ξεχειλίσουν. Δε θα έδινε λογαριασμό σε κανέναν. Θα
ακολουθούσε μόνο την καρδιά του σήμερα. Τίποτα λιγότερο.
Ο παππούς εδώ και πέντε λεπτά ήταν μέσα στο πρακτορείο ΠΡΟΠΟ
«Η ευδαιμονία». Το τρεμάμενο χέρι του συμπλήρωνε με σιγουριά τα έξι υποψήφια
νούμερα.
Περίμενε. Περίμενε τη στιγμή που ο εκλεκτός του θα
παραλάμβανε το επικυρωμένο δελτίο και θα
κατευθυνόταν στην έξοδο.
Και άφησε να του γλιστρήσει το χαρτονόμισμα από τα χέρια…
Παρουσίαση του βιβλίου της Μαρίας Φαρμάκη,"Αλήθειες Παράλληλες", Άνεμος Εκδοτική από την Ευδοκία Φανερωμένου.
"Θα μπορούσα να μιλάω ώρες για τη Μαρία και το
βιβλίο της, όμως δε θα σας υποβάλλω σε τέτοιες διαδικασίες. Προσπάθησα, όσο
γινόταν, να χωρέσω τον ενθουσιασμό μου σε κάποιες σημειώσεις που θα ήθελα να
μοιραστώ μαζί σας.
Τι είναι αυτό που οδηγεί το χέρι μας στο να
διαλέξει ένα βιβλίο; Και ποια εντολή του μυαλού, ποιας ανάγκης η ανυπομονησία
οδηγεί τα βήματά μας στην ανάγνωση; Τι ζητάμε τελικά από ένα βιβλίο;
Το μικρόβιο είχε μπει μέσα μου και είχε
εγκατασταθεί. Θα ρωτήσω, αποφάσισα, δεν υπάρχει άλλος δρόμος.
-Να ταξιδέψω, ήταν η μία απάντηση. Ειλικρινής,
αρκετά θα έλεγα. Μα όχι απόλυτα.
-Να έχει αγωνία. Απάντηση κοινή.
-Να έχει
καλό τέλος. Απάντηση εγωιστική
Συνέχισα να ρωτάω ώσπου να ακούσω μια αλήθεια
απόλυτη, βαθιά, όχι επιφανειακή, δεν ήθελα μια αλήθεια μοντέρνα, της μιας
χρήσης.
-Να
ταυτιστώ με τους ήρωες, μου είπε κάποιος.
-Να βρω μέσα στο βιβλίο πράγματα που θέλω να
πω, μα δεν μπορώ να τα εκφράσω.
-Να βρεθώ σε μονοπάτια που θα με βοηθήσουν να
δω αυτά που δε βλέπω.
-Να μου αποκαλυφθούν αλήθειες, ήταν η πιο
τολμηρή απάντηση.
Αλήθειες που κεντούν σα νεφέλες τον ουρανό της
γνώσης μου, να τις κάνω βροχή, εξαγνιστική που θα με γαργαλήσει με τη δροσιά
της ή θα με ραπίσει με την έντασή της, θα
ήταν η δική μου απόκριση.
Αυτό ακριβώς ήταν που μου χαρίστηκεστο βιβλίο της Μαρίας Φαρμάκη. Πριν ακόμη αρχίσω την
ανάγνωση, και γνωρίζοντας τη Μαρία προσωπικά, ένιωθα πως το υλικό όπου
βρισκόταν σίγουρα με σεβασμό ακουμπισμένες οι σκέψεις της δεν ήταν απλώς ένα
φρέσκο χαρτί τυπογραφείου, αλλά μετέφερε την ενέργεια που η Μαρία κυοφορούσε
όλα τα προηγούμενα χρόνια και έφερνε στο φως.
Ίσως είμαι λίγο περίεργη αναγνώστρια, με τις
ιδιοτροπίες μου, όμως για μένα το βιβλίο που γνωρίζω apriori
ότι θα με κερδίσει μου το έχει ψιθυρίσει ήδη από την πρώτη του σελίδα.
Δεν αφήνω βιβλία μισά, όμως μου έχει τύχει
αρκετές φορές να σέρνω την ανάγνωση, να αισθάνομαι προδομένη από ένα βιβλίο, να
προδίδω κι εγώ διεκπεραιώνοντας απλώς την υποχρέωσή μου να το διαβάσω ως το
τέλος.
Στο βιβλίο όμως της Μαρίας, η δίνη της
ανάγνωσης σε συνεπαίρνει αυτόματα και αυτό που αυτόκλητα επιθυμείς είναι να
βυθιστείς ακόμη περισσότερο στο λαβύρινθό της για να σου αποκαλυφθούν εκείνες οι γωνιές που θα σου φωτίσουν τελικά τα πώς και τα
γιατί που έχεις συναντήσει στη διαδρομή.
Το βιβλίο της Μαρίας δεν είναι μία ακόμη
ιστορία σαν τις πολλές που θα μπορούσαν
να σου αφηγηθούν κάποιοι περαστικοί στη στάση ενός λεωφορείου ή σε ένα παγκάκι.
Είναι κάτι πολύ περισσότερο.
Η ιστορία της διαδρομής τους δεν είναι παρά το
όχημα για να σμιλευτούν αριστοτεχνικά και με λογοτεχνική στοργή τα βαθύτερα
χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους, η ψυχογραφία τους και οι αξίες που
καθορίζουν την επιλογή τους. Και αυτή είναι μία: όχι το ζην αλλά το ευ ζην.
Αυτή είναι η αδιαπραγμάτευτη αλήθεια και
κοινή συνιστώσα των 7 ηρώων. Είναι το απαραίτητο οξυγόνο για να συνεχίσουν. Δε διστάζουν να κάνουν την ανατροπή, ακόμη και όταν αυτή γίνεται
σκορπιός και αυτοκαταστροφή. Η αλήθεια τους κουβαλά το βάρος μίας παύλας. Α στερητικό
+λήθη. Α-λήθεια. Αρνούνται οι ήρωες να ξεχάσουν τα υλικά από τα οποία είναι
φτιαγμένοι. Αρνούνται να εκφυλιστούν από την ταχύτητα μιας καθημερινότητας που
λειτουργεί ως τεκτονική πλάκα και απειλεί με ολοκληρωτική καταστροφή την καθαρή
αλήθεια τους. Ακόμη κι όταν αποφασίζουν
ή αναγκάζονται να στηρίξουν επιπόλαιες ή βιαστικές επιλογές τους τολμούν να
αποδεχθούν, έστω βουβά, την απόλυτη και μοναδική αλήθεια τουςΚαι οι 7 απευθύνουν ανάθεμα σε ό,τι περιορίζει τον ορίζοντά τους,
αρνούνται να τοποθετήσουν σε περίβολο
την καθημερινότητά τους και να την εκθειάσουν για να βολευτούν. Δε βαφτίζουν
γρασίδι τα αγριόχορτα. Παίρνουν το σκεπάρνι και τα ξεριζώνουν οριστικά.
Το υφάδι του μύθου, αριστοτεχνικά πλεγμένο,
φιλοξενεί στους κόρφους του μικρές αποδράσεις, τόσο από την ένταση, όσο και από
την αγωνία. Οι περιγραφές και οι αναδρομές σε καίρια σημεία είναι όχι μόνο
λυτρωτικές, αλλά και προϊόν έμπειρης
ματιάς που ξέρει να διαβάζει πίσω από τις εικόνες ή ακόμη περισσότερο να τις
σκηνοθετεί. Η ικανότητα αυτή σε συνδυασμό με την αποκτημένη ιστορική και πολιτισμική
γνώση είναι που χαρίζει στον αναγνώστη
ένα ατμοσφαιρικό ταξίδι σε άλλους
τόπους ή εποχές, όπου το τώρα μοιάζει να σταματά και η μηχανή του χρόνου να
κάνει καλά τη δουλειά της, χωρίς ανακρίβειες ή ελευθερίες αυθαίρετες ποιητική
αδεία.
Ποιο
είναι όμως το τελικό κριτήριο για να χαρακτηρίσεις ένα βιβλίο πολύ καλό;
Για μένα προσωπικά είναι το αλάνθαστο πάντα
συναίσθημα που προκύπτει όταν ο σελιδοδείκτης γίνεται περιττός, γιατί κοντεύεις
στις τελευταίες σελίδες. Εκείνη η αίσθηση πληρότητας και κάθαρσης που περιμένει
στη στροφή πριν την τελευταία σελίδα. Η βεβαιότητα ότι είναι δικό σου πλέον το
απόσταγμα της σοφίας και της αυτογνωσίας που βγαίνει από το καμίνι της
ανάγνωσης. Και αυτή η βεβαιότητα είναι παρούσα στην τελευταία σελίδα του
βιβλίου της Μαρίας. Γιατί, όπως έχει πει και ο Προυστ, «Ο αναγνώστης γίνεται, καθώς
διαβάζει ,αναγνώστης του ίδιου του του εαυτού».