Κυριακή, 1 Μαΐου 2016

Μεθεόρτιο...

       Πάσχα Ελλήνων Χριστιανών. Οι  σούβλες με τα αρνιά, φρυκτωρίες του οβελία, όπως μου αρέσει να τις βλέπω,  το εδώ και τώρα, το επίκαιρο της ημέρας επιβληθέν δια του συρμού σε τοίχους διαδικτυακούς. Πλήρης Ελληνίδα και φέτος, απαλλαγμένη από ενοχικά σύνδρομα που δε τήρησα αντίστοιχα την παράδοση και η δική μου φρυκτωρία έδωσε άλλα σήματα, ωστόσο νιώθοντας ασφάλεια που το είδα να συμβαίνει, σε κάθε γωνιά της ταλαιπωρημένης χώρας. Ξέδινε η Ελλάδα μου. Έβγαλε τον κορσέ και χόρευε τις Μισιρλούδες της και τα νησιώτικά της.
     Το καϊμάκι του καφέ μου στάθηκε το τέλειο λιμάνι για να προσαράξουν οι χάρτινες μικρές βάρκες των εικόνων μου. Συνωστισμός σήμερα. Λίγο ο ήλιος θες, λίγο το  εξωαστικό του πράγματος,  πολύ περισσότερο η ανθρώπινη πινελιά, σύναξη είχαν απογευματινή σε ένα φλιτζάνι.
    Παραδομένη στις σκέψεις μου ραχάτευα προσπαθώντας να  τελειώσω τη μέρα. ΤΟ απόβραδο στην ώρα του, κάτι λίγο πριν τις οκτώ, επικύρωνε την αίσθηση. Έμενε  ο τίτλος για τη φετινή μου Κυριακή του Πάσχα. Και ήταν τότε που ήρθαν. Κάτι νότες στο απογευματινό σκηνικό, θαρρείς από ξεχασμένο ραδιόφωνο, κάποιου που επέμενε να μην τελειώσει το γιορτάσι. Η ησυχία σύμμαχος. Η  γειτονιά, σώπαινε την κούραση της ημέρας...Οι νότες ολοφάνερα όμως  μου έστρωναν ηχητικό μονοπάτι. Στα δυτικά κάγκελα της βεράντας μου με τραβούσαν ...παρέα με ένα σύννεφο, όπου στάθμευσε μια φωνή. Φωνή γεμάτη, σίγουρα καθόλου φάλτσα, σμιλεμένη θαρρείς χρόνια..." Το σύννεφο έφερε βροχηηηηηή κι έχουμε μείνει μοναχοιιιιιιί...". Η περιέργεια επείγουσα,  έστρεφε το κεφάλι μου σα τιμόνι, στα κάτω διαμερίσματα, στην απέναντι πολυκατοικία, στην εγκαταλελειμμένη μονοκατοικία ακριβώς δίπλα. Στάθηκα  στο σπασμένο ανοιχτό παράθυρο σαστισμένη. Λες; Λες να επέστρεψε κάποιος παλιός κάτοικος να τραγουδήσει τα χρόνια που άφησε μαρτυρίκια στην κοφτή κουρτίνα, που σκισμένη και λερωμένη  πια έπαιζε με το χρόνο σε κοινή θέα;  Είχα σιγουρευτεί πλέον ότι η φωνή δεν ήταν μαγνητοσκοπημένη. Η ακοή μου απολάμβανε την πολυτέλεια μιας  ζωντανής, πρώτης εκτέλεσης...
      Και τότε την είδα. Ακριβώς στο βάθος. Πίσω από το παλιόσπιτο. Σε ένα μπαλκονάκι δύο επί ένα, να ακουμπά με τα ραδινά της λεπτοκαμωμένα χέρια τα κάγκελα και ύστερα να τα χαϊδεύει  τραγουδώντας. Τα λευκά μαλλιά της ήταν αφημένα κάτω και ακουμπούσαν τα ελαφριά τους κύματα στους ώμους της. Ώμοι νικητή, καμία υποψία κύρτωσης.
Τραγουδούσε και γελούσε. Μια δροσερή φιγούρα ηλικιωμένης γυναίκας, σχεδόν με κοριτσίστικη αφέλεια...
    Τυλίχτηκα την εσάρπα μου ριγώντας από το θαλασσινό αγιάζι που ερχόταν από το Καρνάγιο. Ή μήπως;
      Κάποιες σκέψεις δευτεραγωνίστριες κονταροχτυπιόντουσαν με την εικόνα ΜΟΥ. Ίσως να έχει άνοια. Ίσως alzheimer η γυναίκα... Τόσο θράσος; Να μη λογαριάζει ούτε κόσμο ούτε κοσμάκη; Κι ας ήταν ο κόσμος η μια γειτόνισσα που άπλωνε  υποχονδριακά  τη μπουγάδα της εκδρομής και ο κοσμάκης ένα απορημένο "τι  έγινε;" που ήλθε, είδε και απήλθε σε ένα παράθυρο που ανοιγόκλεισε  με βρόντο ενόχλησης. Τώρα η Ιουλιέτα μου, στο δικό της παραθύρι, χτυπούσε παλαμάκια και συνέχιζε σε άλλους, πιο ζωντανούς ρυθμούς. Στημένη στην ευθεία των ματιών της, προκλητικά για να με δει, αστυνόμευα το μεράκι της. Ένιωθα να της παρέχω την αίσθηση κοινού, που μάλλον δεν είχε ανάγκη. Γιατι το κέφι της έκανε, και τα καβουράκια που έκλαιγαν στο στόμα της έδιναν την πάσα σε φούστες κλαρωτές και γαρίφαλα στ' αυτί.

       Κάλεσα  τον εξάχρονο γιο μου σιωπηλά, με ένα νεύμα, να πλησιάσει αθόρυβα. Μην και φαλτσάρει ο απόηχος από την όποια παρεμβολή κανονικότητας. Στην τελευταία στροφή η  κυρία μου, η άγνωστη ως τα σήμερα γειτόνισσά μου ,σταμάτησε. "Καλώς την" είπε στη συνομήλικη  κάτω από το μπαλκόνι της που χτυπούσε το κουδούνι. "Άντε, άργησες.  Πάγωσε ο καφές". Είχε παγώσει κι ο δικός μου. 


Ευδοκία Φανερωμένου

Δεν υπάρχουν σχόλια: