Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2010

Η πόλη μας ...παιχνίδι!


Το καλό να λέγεται. Έτσι έχω μάθει. Γιατί από το κακό έχουμε χορτάσει. Ανάμεσα όμως στα παγωμένα βράχια του χειμώνα ξεθαρρεύουν μικρά κυκλαμινάκια, και όταν τα βρίσκεις αξίζει να τους κάνεις την τιμή να εκτιμήσεις τη γοητεία τους.






Τελευταία μέρα του σχολείου εν όψει εορτών. Η κόρη μου,ήρθε κρατώντας στα χέρια της ένα κουτάκι. Δώρο από το Δήμαρχο στα παιδιά μου είπε, ανυπομονώντας να παίξουμε.
Βασισμένο σε μια ιδέα και στις δημιουργίες του συμπολίτη μας Στέλιου Βασικαρίδη που ζει στη Γερμανία, ένα παιχνίδι μνήμης για μικρούς και μεγάλους. Η πόλη μας σε memory. Μέσα στο κουτάκι ζευγάρια οι καρτούλες με ζωγραφισμένους ανθρώπους, τοπία και κτίρια καθώς και ένα βιβλιαράκι με σύντομη αναφορά στην ιστορία των κτιρίων που απεικονίζονται σε κάθε κάρτα. Εικόνες γνώριμες, που βλέπουμε καθημερινά και πολλές φορές τις προσπερνάμε, έτσι… από συνήθεια…, ενώ στην πραγματικότητα είναι ισχυροί μάρτυρες ενός παρελθόντος πλουσιου με ιδιαίτερη αίγλη και σημαντική ιστορική αξία.


Το παιχνίδι, όπως αναφέρεται, μας δίνει την ευκαιρία να τις γνωρίσουμε και να τις αφομοιώσουμε. Και είναι ένα παιχνίδι στο οποίο όλοι βγαίνουν κερδισμένοι, γιατί διασκεδάζουν μαθαίνοντας κάτι ακόμη για την πόλη μας και ακονίζοντας τη μνήμη τους. Ψυχαγωγία και διασκέδαση, λοιπόν, με έναν τρόπο πρωτότυπο και ελκυστικό!



Μπράβο στην πρωτοβουλία, μπράβο και στους υπεύθυνους και σε όσους εργάστηκαν για να έρθει το πολύτιμο κουτάκι στα χέρια των παιδιών μας!



Το τραγούδι από τους "Χειμερινούς Κολυμβητές" που τιμούν την Καβάλα μας με την παρουσία τους στο μουσικό στερέωμα.

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2009

Αναλφάβητοι της φαντασίας...



«Έτσι ο καλός ο λύκος έδιωξε την κακιά κοκκινοσκουφίτσα …Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Και τώρα ήρθε η ώρα για ύπνο. Αύριο να είσαι φρέσκος και όμορφος που θα πεις το ποίημα σου.
_Μαμά, θα βάλω τα καλά μου;-Φυσικά, μωρό μου, θα είσαι ένας κούκλος._Να φιλήσω το χέρι του ιερέα αν περάσει από δίπλα μου; Έτσι μου λέει η γιαγιά.
_Να το κάνεις μόνο αν το αισθανθείς.
_Και αν ξεχάσω το ποίημα μου ;
-Δε θα το ξεχάσεις. Αλλά ακόμη κι αν συμβεί κάτι τέτοιο, εκείνη την ώρα θα χαμογελάσεις και όλα θα πάνε καλά. Ένα χαμόγελο είναι πάντα αφοπλιστικό, και υπάρχει κάθε φορά και η περίπτωση να μετατραπεί σε ένα κύμα γέλιου που θα παρασύρει όλους τους υπόλοιπους
-Αλήθεια, μαμά;
-Σου έχει πει ποτέ η μαμά ή ο μπαμπάς ψέματα; . Έλα τώρα, φιλάκι και ύπνο.




Δε χρειάστηκαν παρά λίγα λεπτά για να χαλαρώσουν τα χαρακτηριστικά του παιδιού, παραδομένα σε ύπνο γαλήνιο. Ήταν μεγάλη μέρα γι’ αυτόν η αυριανή. Έσκυψε από πάνω του και έκλεψε μια τόση δα ανάσα του. Να πάρει δύναμη. Δοκίμασε τη θερμοκρασία στο σίδερο και κολλάρισε το καλό του το πουκάμισο. Να είναι ένας κούκλος αύριο. Έριξε μια κλεφτή ματιά έξω πριν κλείσει τα παραθυρόφυλλα. Ο ουρανός στενόχωρος με εκείνο το κόκκινο που κυοφορεί το χιόνι. Έγραψε τη λίστα με τα υλικά που χρειαζόταν για τα μελομακάρονα και τη βασιλόπιτα και ξεκλείδωσε απαλά για ακόμη μια φορά την πόρτα της αποθήκης. Σκάλιξε όσο πιο ήσυχα μπορούσε τα αποθηκευτικά κουτιά της, και γύρισε ευλαβικά το μικρoσκοπικό κλειδί του ξύλινου μπαούλου, όπου φυλούσε χρόνια τώρα τα ενθύμια. Τα πρώτα του καλτσάκια, το βαφτιστικό του ρουχαλάκι, η πρώτη πρόσκληση γενεθλίων…
Εκεί την είχε κρύψει. Από το υστέρημα αγορασμένη, γυαλιστερή και άθικτη, κοιμόταν μέσα στο χριστουγεννιάτικο περιτύλιγμα. Η πρώτη του φωτογραφική μηχανή θα ήταν δώρο από τον Άγιο Βασίλη. Κι ας μην τόλμησε να του το ζητήσει. "Ό,τι θέλεις εσύ φέρε μου, αγαπητέ Άγιε Βασίλη. Εγώ πάντα θα σ’ αγαπώ". Έτσι τελείωνε την υπαγόρευση του γράμματος στον Άγιο Βασίλη. Όπως και πέρσι. Την τακτοποίησε όμορφα και πάλι στην κρυψώνα της και βολεύτηκε διακριτικά κάτω από τα ζεστά της σκεπάσματα. Άπιστα στο σελιδοδείκτη, τα δάχτυλα γρήγορα άφησαν να γλιστρήσει στο πάτωμα το βιβλίο που της κρατούσε συντροφιά τα τελευταία βράδια. Τζιάνι Ροντάρι, η Γραμματική της Φαντασίας…


Ξύπνησε πιο νωρίς από το συνηθισμένο. Βιαστικά και ανυπόμονα διεκπεραιώθηκαν οι πρωινές του κινήσεις και να σου τον. Έτοιμος, με το μπλε του παλτουδάκι και τα φρεσκοχτενισμένα του μαλλάκια στην πόρτα, ίσα που πρόλαβε να της καρφιτσώσει ένα φιλί. "Να προσέχεις", σχημάτισε με τα χείλη της από το παράθυρο, και οι λέξεις της μία μία άχνισαν στο τζάμι του τη μητρική της έγνοια… Πρώτη χρονιά φέτος με το σχολείο στην εκκλησία. Του χρόνου στην πρώτη πια, θα μπορεί να γράψει μόνος του το γράμμα στον αγαπημένο του Άγιο.

Η μυρωδιά από το λιβάνι, και τούτη η αλλόκοτη μα τόσο γλυκιά γλώσσα ασκούσαν μια ιδιαίτερη έλξη στον μικρό, ούτε που το κατάλαβε πώς πέρασε η ώρα, ανυπομονούσε για το αντίδωρο, και αν θα το αισθανόταν θα φιλούσε και το χέρι του ιερέα. Εκείνος τώρα, μπροστά στο μικρόφωνο μιλούσε σε γλώσσα κατανοητή, απευθυνόταν και στον ίδιο, «Αγαπητά μου παιδιά» είχε πει, κι εκείνος ένα από αυτά… Όμορφα τα λόγια του, μιλούσε για αγάπη, μιλούσε για τις άγιες τούτες μέρες, μιλούσε για…. Ξαφνικά οι λέξεις του τσουγκράνες, έξυναν με θόρυβο εκκωφαντικό τα αυτάκια του.

«Αυτός ο Αγιος Βασίλης, που βλέπετε στην τηλεόραση είναι ψεύτικος»…

Το στόμα του παπά είχε μεμιάς μεγαλώσει επικίνδυνα… Οι λέξεις έφταναν αργές και παραμορφωμένες στο παιδί...

«Το δώρο δεν σας το φέρνει….»


οι δυο κυνόδοντες του ομιλητή άρχισαν να μεγαλώνουν…


»κανένας χοντρός ασπρογένης Αγιος Βασίλης…»


σαν εκείνους του κακού λύκου, όχι, όχι δεν ήταν καλός ο λύκος, κι ας ήθελε η μαμά να παίξουν με τη φαντασία,


«αλλά οι γονείς σας, τους οποίους πρέπει να σέβεστε και να αγαπάτε. Ο Αγιος Βασίλειος….»


Τα πόδια εντολοδόχοι του μυαλού σε τρελή απόδραση… Ούτε το κατάλαβε πότε βρέθηκε μακριά από το εκκλησίασμα, έξω σε ένα πεζούλι να κλαίει με αναφιλητά… Ψέματα… Ψέματα…. Μου είπαν ψέματα…Ούτε που το κατάλαβε και πως βρέθηκε στη σχολική αίθουσα …ούτε που χαμογέλασε σαν ξέχασε το ποίημα… Μόνο ένα βλέμμα αλλιώτικο της δασκάλας στον παππού που ήρθε να τον πάρει, και κάτι ψίθυροι που ανταλλάχτηκαν….μόνο αυτό θυμάται…
Στο δρόμο κάποιες φιλόδοξες νιφάδες πριν φτάσουν στο πεζοδρόμιο γίνονταν δάκρυα που τα πατούσαν αλύπητα βιαστικοί περαστικοί.



-Μου είπατε ψέματα, ψέματα, τόσα χρόνια με κοροιδεύατε, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ Αγιος Βασίλης, μας τα είπε όλα ο παπάς, εσείς,εσύ και ο μπαμπάς μου λέγατε ψέματα τόσο καιρό….
Η μητέρα έσφιξε τη γροθιά της, να πνίξει την οργή από την τόσο βίαιη ακύρωσή της. Να πνίξει τον αναλφαβητισμό της αγκύλωσης.Να σώσει το τελευταίο προπύργιο της παιδικής αθωότητας. Να σκουπίσει μακριά την πρόωρη ενηλικίωση…

-Έλα, κάθισε, όλα θα τα πούμε, και όλα θα τα συζητήσουμε… Μεγάλωσες, είσαι σωστός κύριος πια….-Γιατί δε μου το είπες πριν; Γιατί; Δε θέλω να είμαι κύριος. Θέλω μόνο τον Αγιο μου Βασίλη…
- Δε σου το είπα, γιατί ήθελα όσο μπορείς να τον φιλοξενείς πλουσιοπάροχα στη φαντασία σου. Δε σου το είπα γιατί δεν έχει φύγει ακόμη ούτε από τη δική μου φαντασία. Είναι πάντα εκεί παρών, και μου φέρνει πάντοτε αυτό που του ζητάω… Αγάπη… Στο χέρι σου είναι να συνεχίσεις να τον φιλοξενείς. Όσο μπορείς να ονειρεύεσαι εκείνος θα σε βρίσκει. Όσο θα τον φτάνει η ευωδιά μελομακάρονου από την ψυχή σου, εκείνος θα σου χτυπάει την πόρτα και θα αφήνει το δωράκι του, γιατί είναι χοντρούλης και γλυκατζής…. Τα έχουμε πει. Είναι άλλος από εκείνον τον Άγιο Βασίλη που κάποτε στην Καισαρεία…..Τι λες, θα του κρατήσεις τη γωνιά του;

Η βραδιά ήταν άυπνη τούτη την παραμονή… Το κεφαλάκι του μικρού πρόβαλε από το παραθύρι… Οι λέξεις κλωθογύριζαν ακόμη μπερδεμένες στην ανέμη….
Κάποιο αστεράκι τρεμόπαιζε το φως του στη νύχτα που αργά ντυνόταν το σκούρο της βελούδο. Ένας χτύπος ξέφυγε φάλτσος από την καρδούλα του. Ήταν εκεί. Την έβλεπε καθαρά την ακροστοιχίδα που έσερνε μια αλλόκοτη λάμψη στον ουρανό:
Το γιορτινό στεφανάκι του Ο, την ξέφρενη πορεία του Ν, τα απλωμένα χεράκια του Ε, το χριστουγεννιάτικο μπαστουνάκι του Ι, την κυρτωμένη ευλάβεια του Ρ, και πάλι το Ε να απλώνει τα χεράκια, και από αρχέγονη ροπή να τα υψώνει ψηλά στο Ψ, ένας κύκλος όλα, χωρούν σε ένα Ο, ποτήρι σπονδής το Υ το ακουμπά στα χείλη:

ΟΝΕΙΡΕΨΟΥ.

Ψέλλισε τα φωνήεντα να δώσει ρυθμό στα σύμφωνα. Και απίθωσε ένα χαμόγελο πάνω στο πρώτο Ο.
*Το γεγονός της παραπάνω ιστορίας είναι πέρα για πέρα αληθινό...

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2009


Χρειάστηκε πολύς καιρός, δύναμη, θέληση και ιώβεια υπομονή για να φτάσει το χέρι στο κλικ αυτής της φωτογραφίας. Η προσωπική μου Οδύσσεια, η χαρτογράφηση της πορείας μου, νομίζω πως δεν αφορά κανέναν. Άλλωστε υπάρχουν ακόμη – κι ευτυχώς- πολλοί παραμυθάδες, που αφηγούνται πολύ πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες από μένα.



Νησί των Φαιάκων στάθηκε ετούτος εδώ ο χώρος για μένα. Κάθε Ανατολή βιταμινούχα, να φτάσω πιο δυνατή, ακέραια στη δική μου Ιθάκη: να χαρίσω στο παιδί μου ένα αδερφάκι και να γίνω για ακόμη μια φορά- δε θα πω για δεύτερη- μητέρα. Κάθε συντρόφευμα μας, τόπι πλάι στο ποτάμι, κάθε χειραψία κομμάτι του ιστού της κόκκινης ομπρέλας μου. Χρειάστηκε καιρός για να ψελλίσω τους στίχους τούτου του τραγουδιού. Να σφραγίσει το χαμόγελο πολύτιμες στιγμές. Πιασμένη η άκρη του από 5 μικρές λεξούλες…




Δεν ξέχασα. Μόνο που έρχονται κάποτε οι καιροί που γίνεσαι μύστης των υποχρεώσεων. Είναι η μοναδική φορά που τα δικαιώματα ατροφούν παραδομένα σε ύπνο με όνειρα φωτεινά.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ οφείλω δημοσίως σε όλους εσάς που μοιραστήκατε τη χαρά μου πηγαία. Που κατανοήσατε την απουσία μου και της δώσατε χώρο να αναπνεύσει. Σε όλους εσάς που νιώσατε τη δόνηση και το στροβίλισμα των συναισθημάτων, χωρίς μικροσκόπιο και υπερδιαγνώσεις.

Σκέφτηκα πολλές φορές αυτό το διάστημα να κλείσω την κόκκινη ομπρέλα μου καθώς μου είναι πολύ δύσκολο να ανταποκριθώ. Ο προσωπικός μου ελεύθερος χρόνος είναι ελάχιστος και κατακερματισμένος. Κομμάτι του και τα Ισπανικά που τα συνεχίζω. Και λίγες σκόρπιες χαντρες και κλωστές πέρα δώθε… Δεν μπόρεσα να το κάνω. Η ομπρέλα μου, αποφάσισα, θα μείνει ανοιχτή όσο μπορεί να κρυφακούει ιστορίες στη βροχή. Για τις λίγες εκείνες στιγμές που θα μπορεί να βγει σεργιάνι και να χορέψει με το φύσημα του αέρα.

Εύχομαι ολόψυχα Καλά Χριστούγεννα σε όλους εσάς, τους φίλους μου! Υγεία, δύναμη,πνευματική ευρωστία και πίστη!
Θα ξανάρθω…

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2009

Μα πώς να "τιτιβίζουμε" όταν τι.βι.ζουμε;

Οι αυπνίες ήταν πάντοτε ένας όρος ξένος σε μένα. Ισως γιατί ποτέ δε με «επισκέφθηκαν». Ηταν πάντοτε επιλογή μου το ξενύχτι.
Όμως, όπως πολύ καλά το λέει ο σοφός λαός, ποτέ μη λες ποτέ, και να σου 'μαι αρκετά βράδια να ξυπνώ και το μάτι να γίνεται «γαρίδα». Εχει πολύ ώρα μέχρι το ξημέρωμα.
Κίνηση πρώτη. Αρχίζω το μέτρημα. Δε βγάζει πουθενά.
Κίνηση δεύτερη. Λοξοκοιτάω το βιβλίο στο κομοδίνο. Μα πρέπει να ανάψω φως.
Χρειάζομαι κάτι σχετικά αθόρυβο και σχετικά σκοτεινό. Πρέπει οπωσδήποτε να μην ενοχλήσω.

Η εύκολη λύση είναι το τηλεχειριστήριο… Ξεκινάω την ανίχνευση… Δορυφορική δε διαθέτουμε, από επιλογή. Η αυτοκρατορία του τηλεμάρκετινγκ εισβάλει στο οπτικό μου πεδίο, και νιώθω να ασφυκτιώ. Και καταλαβαίνω πολύ καλά πλέον τι σημαίνει αυπνία.



Ωσπου… Το δάχτυλο πατάει σταθερά στη συχνότητα της κρατικής τηλεόρασης. Πήρα μια γεύση της φέτος το καλοκαίρι, μια που η παραμονή μου στο σπίτι ήταν μεγαλύτερη από τα έως τώρα καλοκαιρινά μου δεδομένα. Και, πλέον, βράδυ, 3 και 4 η ώρα ανακαλύπτω "θησαυρούς".

Η ζωή και τα τραγούδια του Μάνου Λοίζου με αφήγηση του Λευτέρη Παπαδόπουλου.
Οι Ελληνες ζωγράφοι του 20ου αιώνα.
Η ιστορία της σύγχρονης ελληνικής γελοιογραφίας.
Αφιέρωμα στο Βασίλη Μάρο.
Η καθημερινή ζωή των αρχαίων Ελλήνων….


Και πάει λέγοντας… Μα, αναρωτιέμαι. Υπάρχει κι αυτή η τηλεόραση; 'Η εγώ είμαι τόσο μακράν νυχτωμένη ή μου δίνουν υπνωτικό στον ξύπνιο μου περιμένοντας να «ξυπνήσω» στον ύπνο μου. Γιατί η τηλεόραση του ξύπνιου μου, μόνο με σούπα τραχανά μοιάζει, η ίδια και απαράλλακτη κάθε μέρα, τα ίδια θέματα, σε όλα τα κανάλια, τα ίδια πρόσωπα, λες και πρόκειται για φεουδαρχία, και σταδιακά αυτό που με τρομάζει είναι και που οι φυσιογνωμίες αρχίζουν να μοιάζουν ίδιες. Αφύσικα άσπρες οδοντοστοιχίες, ίδια μαλλιά, κουστουμαρισμένοι κύριοι με παραλλαγή μόνο στο χρώμα της γραβάτας(μα τι πάθανε με τις φωσφοριζέ;) και υπερχείλιση ματαιοδοξίας… Το μοδάτο life style, πολιτικές(;;;) συζητήσεις, και σήριαλ (αλήθεια, αγγλικά η λέξη σήριαλ «δημητριακά» δε σημαίνει; Ελα μου, κύριε, από πού τον βγάλαμε αυτόν τον όρο;). Και τολμώ να συνδέσω το κενό βλέμμα στα μάτια κάποιων παιδιών και με αυτό. Γιατί η «ηλεκτρονική νταντά» που αναλαμβάνει να τα «ξυπνήσει», υπνώττοντα τα θέλει, και εκείνα τα άμοιρα, αντί να «τιτιβίζουν», αρχίζουν να «Tι.B.ίζουν», όπως έλεγε κι ένας δάσκαλός μου.
Δεν θέλω να ισοπεδώσω, και σαφέστατα υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Όχι δεν θέλησα ποτέ να είμαι αφοριστική. Αλλά, να, είναι που διψάμε και για λίγο ουρανό, βρε αδερφέ. Εστω, μια μικρή δόση, ολίγη τε και φίλη που λένε, από πολιτισμό, από ανθρώπους που απομονωμένοι σε κάποιο χωριό μοχθούν για δυο αξίες ,δε θα έβλαπτε την τόσο «πλούσια» θεματολογία σας, που επικεντρώνεται στο πώς καρφώθηκε το δεξί καρφάκι του αριστερού τοίχου του σκηνικού της εκπομπής που ξεκινά πρεμιέρα τη Δευτέρα ανάμεσα σε χάχανα και ντεκαπάζ…

Σημείωση:Τον τελευταίο καιρό λείπω από τη «γειτονιά» και μου λείπετε και εσείς, οι όμορφες γωνιές σας και τα ακριβά σας λόγια και συναισθήματα, αυτά που έχουμε μάθει να μοιραζόμαστε με εντελώς ιδιαίτερο και άμεσο τρόπο εδώ μέσα.. Εχει να κάνει με μια προσωπική αξιολόγηση προτεραιοτήτων καθώς βρίσκομαι σε μία πολύ ιδιαίτερη φάση της ζωής μου, με ευχάριστες αλλαγές.. Είναι ξέρετε, οι πιο πολύτιμες οι μικρές καθημερινές μας στιγμές, και όταν ανάμεσα σφηνώνουν και εκείνες οι άλλες οι μεγάλες, γιγαντώνονται οι προτεραιότητες, γιγαντώνεται και η διάθεση να προστατεύσεις και να αφοσιωθείς. Για κάποιο διάστημα ακόμη έχω την αίσθηση ότι δε θα μπορώ να είμαι τακτική στην παρέα. Θα έρχομαι, όποτε μπορώ να σας διαβάζω και να σας αφουγκράζομαι, όμως όταν το κάνω, θέλω να συμβαίνει με όλη μου την ψυχή. Δε μου αρέσουν τα τυπικά και τα μεσοβέζικα…

υ.γ.
ο παππούς της φωτογραφίας πραγματικά με ταξίδεψε σε άλλες εποχές, όταν τον συνάντησα τυχαία φέτος το καλοκαίρι στο χωριό.