40 λεπτά. Μόνο. Και μια απόφαση. Μικρή. Και πέρασα σε άλλη διάσταση .
Ειρηνική. Αρχέγονη. Προγονική. Αλήθειας που τυφλώνει. Μεγαλείου που σου θυμίζει πόσο xxxxxsmall είναι τελικά τα xxxxxlarge σου.
40 λεπτά μόνο χρειάζονται για να αγγίξεις την αίσθηση του φθινοπώρου και κάποια δευτερόλεπτα για να θυμηθείς. Ότι ανήκεις. Εκεί. Που είναι πάντα ανιδιοτελώς ευπρόσδεκτοι οι γκρίζοι δρομείς προδότες των πόλεων. Εκεί που προσφέρονται αντίδοτα. Όχι μόνο του άγχους.
Σφήνωσα τις υποχρεώσεις μου σε ένα «αναμένετε», και έφυγα με την ταχύτητα της ορμής τους. Γιατί είναι κεκτημένη, το κυνήγι του δευτερόλεπτου θέλει καρφιά στίβου στα πόδια.
Δεν πρόλαβα καν να επιβραδύνω. Ήταν απότομο το σταμάτημα. Δέους, έκπληξης και νοσταλγίας γλυκιάς.
Μπορεί σε κάποιον να φανεί υπερβολικό. Όμως προσωπικά θα αισθανόμουν υπέροχα αν ζούσα σε ένα χωριό στην αγκαλιά της φύσης. Εκεί που οι ρυθμοί είναι διαφορετικοί. Υγείας και όχι άσθματος. Ίσως δεν το καταφέρω αλλά θα το ήθελα πολύ. Να τα αφήσω όλα πίσω, και να επικεντρωθώ στα λίγα αλλά ουσιαστικά. Να ξυπνώ το πρωί και να μυρίζω τη φρεσκάδα του βουνού, όπως σήμερα. Να ακούω το κελάρυσμα του ποταμού όπως σήμερα. Τριγύρω οι καμινάδες στα κεραμίδια να αφήνουν τον καπνό τους, όπως στις παιδικές ζωγραφιές. Να ακούω το τρίξιμο της μασίνας, να μαγειρεύω, να σκαλίζω το χώμα, να περπατάω, να διαβάζω πίσω από θολωμένα από τις στάλες της βροχής παράθυρα, να ανταλλάσω αληθινές κουβέντες με φίλους γύρω από τη φωτιά, να έχω ένα εργαστήρι και να πλέκω, να κατασκευάζω, μερικές φορές από αυτό που έχουμε συνηθίσει ως τίποτα, από τα υλικά που τόσο απλόχερα βρίσκεις στο «ποτ πουρί» της φύσης όταν περπατάς, μπορείς να φτιάξεις θαύματα.
Προσπάθησα να αποτυπώσω στην αυτόματή μου μηχανή τις εικόνες μου. Λείπει η μυρωδιά τους. Λείπουν οι ήχοι, εκείνα τα συρσίματα πίσω από τους θάμνους που σε αιφνιδιάζουν καθώς περπατάς. Λείπουν τα κελαηδήσματα και τα βελάσματα. Σας φέρνω μερικές, έτσι, σαν ένα κέρασμα φθινοπώρου…., η μνήμη της ακοής και της όσφρησής σας είμαι σίγουρη ότι θα τις επενδύσει μουσικά και θα ανασύρει μυρωδιές από χόρτα μυριστικά της Ελλάδας μας. Ίσως και αναμνήσεις. Ίσως και…

Όλες οι αποχρώσεις

Το μονοπάτι

Με στρωμένο φθινοπωρινό χαλί

Η δήλωση της μάνας μου ότι έχει κλείσει δυο θέσεις στο μπαράκι για το βράδυ ξεσήκωσε θύελλα αντίδρασης.
-Εγώ δεν ήρθα στο χωριό για να βγω έξω το βράδυ. Θέλω να κουρνιάσω εδώ με τις παντοφλίτσες μου…
- Ο πατέρας σου είναι κουρασμένος και εγώ το έχω υποσχεθεί. Έλα, για λίγο θα πάμε. Και αν έχεις διάθεση μετά συνεχίζεις το πλεξιματάκι σου. 9 η ώρα είναι…
Αφήσαμε τον παππού να λέει τις «ανάποδες» ιστορίες στη μικρή μου, στη ζεστασιά του ημιφωτισμένου δωματίου και με μισή καρδιά την ακολούθησα.
Περίμενε η παρέα. Εκεί όλοι είναι γνωστοί. Μου αρέσει η ζεστασιά και η απλότητα της παρουσίας τους. Μου αρέσει και η τραγουδιστή ποντιακή προφορά τους. Μηχανικά παρήγγειλα ποτό. Ερχόταν κόσμος πολύς. Κάτι 15 χρονα κοριτσάκια καθίσαν δίπλα μας… Πρώτος αιφνιδιασμός. Επόμενοι πελάτες: μια νεαρή παρέα 25-35…Η πόρτα ανοιγόκλεινε ακούραστη. Άρχισαν οι μεγάλες ηλικίες. Κάτι γεροδεμένοι παππούδες μετά των συζύγων. Τα κατακόκκινα μάγουλα τους κραύγαζαν την υγεία τους. Και άλλοι νεαροί, και κοπέλες, ψηλοί οι περισσότεροι…
Ξαφνικά η ματιά μου σταμάτησε στο βάθος. Τι είναι τούτα; Τόση ώρα δεν το είχα προσέξει. Ζωντανή μουσική θα έχει;
-Γι’ αυτό σου λέω. Σήμερα θα τραγουδήσει ο Θεοδοσιάδης, είναι πολύ μεγάλο όνομα στα ποντιακά…
Μου ήρθε ο ουρανός σφοντύλι.
Πόντια στη μισή καταγωγή μου, ριγώ όταν βλέπω τους πόντιους να χορεύουν και να τραγουδούν, ΑΛΛΑ… αυτή η αίσθηση δυστυχώς μου κρατά συνήθως για λίγο.
Νιώθω παράταιρη, δεν ξέρω να χορεύω ποντιακά, δεν τα καταλαβαίνω και όλα τα λόγια στα τραγούδια…Τα γλέντια τα ποντιακά τα αποφεύγω. Γιατί ποτέ δεν κατάλαβα πώς μπορούν μέχρι τις πέντε το πρωί αυτοί οι άνθρωποι να χορεύουν ασταμάτητα… Ίσως και γιατί ζηλεύω. Που ενώ μου αρέσει ο χορός μένω απ’ έξω…
Ποτέ μη λες ποτέ…. Επιβεβαιώνεται μια από τις αγαπημένες μου φράσεις στο μυαλό μου αυτή τη στιγμή.
Ο λυράρης τραγουδιστής που καθόταν τόση ώρα στην παρέα και την έρανε με τη θετική του αύρα πήρε τη λύρα του στο χέρι και εκείνη ξεκίνησε να κλαίει…
Κι «έκλαιγε» τόσο ηχηρά, που μπόρεσε να μετατρέψει την αδιαφορία σε ενδιαφέρον. Κι ήταν τέτοια τα γυρίσματα στη φωνή του που σου μετέδιδε το πάθος του. Και άρχισαν όλοι να χορεύουν. Όλοι εκτός από εμένα. Παρατηρητής διακριτικός, προσπαθούσα να καταλάβω γιατί οι πόντιοι σκύβουν τα κεφάλια όταν χορεύουν και τείνουν το σώμα προς τη γη. Μα, όχι, δεν σκύβουν τα κεφάλια. Είναι κινήσεις πολεμικές αυτές, καθαρά φιγούρες πολέμου. Περήφανιας. Αξιοπρέπειας. Όλες οι ηλικίες μαζί. Αυτό έχουν οι πόντιοι. Ένα γέροι –νέοι. Μαζί.
Σηκώθηκα και ασυναίσθητα γυρίζοντας στους γνωστούς παρατήρησα ότι πήγαινα όλο και πιο κοντά στην αυτοσχέδια πίστα. Ένιωθα τον παλμό τους δυνατά και μετά όλο και πιο κοντά. Δεν τολμούσα. Ο φόβος της έκθεσης με είχε επισκεφθεί, δικτάτορας γίνεται στη θέληση, όμως όλα τα θέλω μου είχαν φύγει από την καρδιά, είχαν φύγει από το μυαλό, συνωστίστηκαν στα πόδια μου που άρχισαν να ακολουθούν τους ρυθμούς του κύκλου, έξω από τον κύκλο. Και τότε έκανα αυτό που δεν τολμούσα εδώ και καιρό. Μπήκα μες στον κύκλο. Να αισθανθώ τη δύναμή τους. Να καταλάβω τι είναι αυτό που τους κάνει να είναι τόσο δεμένοι όταν χορεύουν, πέρα από τις μνήμες, πέρα από την καταγωγή... Μόνο μες στον κύκλο μπορείς να καταλάβεις. Σ’ έναν κύκλο που γεννάει περηφάνια, σ’ έναν κύκλο που σε κάνει να θέλεις να τεντώσεις το κορμί και να σηκώσεις το κεφάλι ψηλά. Η λύρα και το νταούλι, συνδυασμός που συντονίζεται με τους χτύπους της καρδιάς σου….
Κάποια στιγμή στράφηκα να καθίσω. Είχαν δυσκολέψει τα βήματα και έμοιαζαν απογείωσης… Με έσερναν μες στο χορό. Έτσι μόνο μαθαίνεις. Αν χορεύεις… Έξω απ’ το χορό…
Το για λίγο έγινε πολύ. Και το πολύ λίγο.
Αποκοιμήθηκα ελαφριά κι ας ήμουν φορτωμένη: Εικόνες, εμπειρίες, βλέμματα αληθινά, που σε κοιτούν ευθεία, ανθρώπινη ζεστασιά. Πούπουλο το βάρος τους.
40 λεπτά.
Ένας άλλος κόσμος. Φυσικός. Αληθινός. Όμορφος. Απέχει μόλις 40 λεπτά.


















