Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2008

40 λεπτά...


40 λεπτά. Μόνο. Και μια απόφαση. Μικρή. Και πέρασα σε άλλη διάσταση .
Ειρηνική. Αρχέγονη. Προγονική. Αλήθειας που τυφλώνει. Μεγαλείου που σου θυμίζει πόσο xxxxxsmall είναι τελικά τα xxxxxlarge σου.
40 λεπτά μόνο χρειάζονται για να αγγίξεις την αίσθηση του φθινοπώρου και κάποια δευτερόλεπτα για να θυμηθείς. Ότι ανήκεις. Εκεί. Που είναι πάντα ανιδιοτελώς ευπρόσδεκτοι οι γκρίζοι δρομείς προδότες των πόλεων. Εκεί που προσφέρονται αντίδοτα. Όχι μόνο του άγχους.
Σφήνωσα τις υποχρεώσεις μου σε ένα «αναμένετε», και έφυγα με την ταχύτητα της ορμής τους. Γιατί είναι κεκτημένη, το κυνήγι του δευτερόλεπτου θέλει καρφιά στίβου στα πόδια.
Δεν πρόλαβα καν να επιβραδύνω. Ήταν απότομο το σταμάτημα. Δέους, έκπληξης και νοσταλγίας γλυκιάς.
Μπορεί σε κάποιον να φανεί υπερβολικό. Όμως προσωπικά θα αισθανόμουν υπέροχα αν ζούσα σε ένα χωριό στην αγκαλιά της φύσης. Εκεί που οι ρυθμοί είναι διαφορετικοί. Υγείας και όχι άσθματος. Ίσως δεν το καταφέρω αλλά θα το ήθελα πολύ. Να τα αφήσω όλα πίσω, και να επικεντρωθώ στα λίγα αλλά ουσιαστικά. Να ξυπνώ το πρωί και να μυρίζω τη φρεσκάδα του βουνού, όπως σήμερα. Να ακούω το κελάρυσμα του ποταμού όπως σήμερα. Τριγύρω οι καμινάδες στα κεραμίδια να αφήνουν τον καπνό τους, όπως στις παιδικές ζωγραφιές. Να ακούω το τρίξιμο της μασίνας, να μαγειρεύω, να σκαλίζω το χώμα, να περπατάω, να διαβάζω πίσω από θολωμένα από τις στάλες της βροχής παράθυρα, να ανταλλάσω αληθινές κουβέντες με φίλους γύρω από τη φωτιά, να έχω ένα εργαστήρι και να πλέκω, να κατασκευάζω, μερικές φορές από αυτό που έχουμε συνηθίσει ως τίποτα, από τα υλικά που τόσο απλόχερα βρίσκεις στο «ποτ πουρί» της φύσης όταν περπατάς, μπορείς να φτιάξεις θαύματα.
Προσπάθησα να αποτυπώσω στην αυτόματή μου μηχανή τις εικόνες μου. Λείπει η μυρωδιά τους. Λείπουν οι ήχοι, εκείνα τα συρσίματα πίσω από τους θάμνους που σε αιφνιδιάζουν καθώς περπατάς. Λείπουν τα κελαηδήσματα και τα βελάσματα. Σας φέρνω μερικές, έτσι, σαν ένα κέρασμα φθινοπώρου…., η μνήμη της ακοής και της όσφρησής σας είμαι σίγουρη ότι θα τις επενδύσει μουσικά και θα ανασύρει μυρωδιές από χόρτα μυριστικά της Ελλάδας μας. Ίσως και αναμνήσεις. Ίσως και…




Όλες οι αποχρώσεις









Το μονοπάτι


Με στρωμένο φθινοπωρινό χαλί


Κρύβει τους θησαυρούς του













Το φθινόπωρο επιπλέει














Το έζησα σε τρέιλερ το ονειράκι μου. Το απόγευμα πήρα τις μάλλινες κλωστές και τις βελόνες και άρχισα να πλέκω. Τα μικρά γύρω μου ανέμελα τιτίβιζαν αντί να «τιβίζουν».
Η δήλωση της μάνας μου ότι έχει κλείσει δυο θέσεις στο μπαράκι για το βράδυ ξεσήκωσε θύελλα αντίδρασης.
-Εγώ δεν ήρθα στο χωριό για να βγω έξω το βράδυ. Θέλω να κουρνιάσω εδώ με τις παντοφλίτσες μου…
- Ο πατέρας σου είναι κουρασμένος και εγώ το έχω υποσχεθεί. Έλα, για λίγο θα πάμε. Και αν έχεις διάθεση μετά συνεχίζεις το πλεξιματάκι σου. 9 η ώρα είναι…

Αφήσαμε τον παππού να λέει τις «ανάποδες» ιστορίες στη μικρή μου, στη ζεστασιά του ημιφωτισμένου δωματίου και με μισή καρδιά την ακολούθησα.

Περίμενε η παρέα. Εκεί όλοι είναι γνωστοί. Μου αρέσει η ζεστασιά και η απλότητα της παρουσίας τους. Μου αρέσει και η τραγουδιστή ποντιακή προφορά τους. Μηχανικά παρήγγειλα ποτό. Ερχόταν κόσμος πολύς. Κάτι 15 χρονα κοριτσάκια καθίσαν δίπλα μας… Πρώτος αιφνιδιασμός. Επόμενοι πελάτες: μια νεαρή παρέα 25-35…Η πόρτα ανοιγόκλεινε ακούραστη. Άρχισαν οι μεγάλες ηλικίες. Κάτι γεροδεμένοι παππούδες μετά των συζύγων. Τα κατακόκκινα μάγουλα τους κραύγαζαν την υγεία τους. Και άλλοι νεαροί, και κοπέλες, ψηλοί οι περισσότεροι…
Ξαφνικά η ματιά μου σταμάτησε στο βάθος. Τι είναι τούτα; Τόση ώρα δεν το είχα προσέξει. Ζωντανή μουσική θα έχει;
-Γι’ αυτό σου λέω. Σήμερα θα τραγουδήσει ο Θεοδοσιάδης, είναι πολύ μεγάλο όνομα στα ποντιακά…
Μου ήρθε ο ουρανός σφοντύλι.
Πόντια στη μισή καταγωγή μου, ριγώ όταν βλέπω τους πόντιους να χορεύουν και να τραγουδούν, ΑΛΛΑ… αυτή η αίσθηση δυστυχώς μου κρατά συνήθως για λίγο.
Νιώθω παράταιρη, δεν ξέρω να χορεύω ποντιακά, δεν τα καταλαβαίνω και όλα τα λόγια στα τραγούδια…Τα γλέντια τα ποντιακά τα αποφεύγω. Γιατί ποτέ δεν κατάλαβα πώς μπορούν μέχρι τις πέντε το πρωί αυτοί οι άνθρωποι να χορεύουν ασταμάτητα… Ίσως και γιατί ζηλεύω. Που ενώ μου αρέσει ο χορός μένω απ’ έξω…
Ποτέ μη λες ποτέ…. Επιβεβαιώνεται μια από τις αγαπημένες μου φράσεις στο μυαλό μου αυτή τη στιγμή.
Ο λυράρης τραγουδιστής που καθόταν τόση ώρα στην παρέα και την έρανε με τη θετική του αύρα πήρε τη λύρα του στο χέρι και εκείνη ξεκίνησε να κλαίει…
Κι «έκλαιγε» τόσο ηχηρά, που μπόρεσε να μετατρέψει την αδιαφορία σε ενδιαφέρον. Κι ήταν τέτοια τα γυρίσματα στη φωνή του που σου μετέδιδε το πάθος του. Και άρχισαν όλοι να χορεύουν. Όλοι εκτός από εμένα. Παρατηρητής διακριτικός, προσπαθούσα να καταλάβω γιατί οι πόντιοι σκύβουν τα κεφάλια όταν χορεύουν και τείνουν το σώμα προς τη γη. Μα, όχι, δεν σκύβουν τα κεφάλια. Είναι κινήσεις πολεμικές αυτές, καθαρά φιγούρες πολέμου. Περήφανιας. Αξιοπρέπειας. Όλες οι ηλικίες μαζί. Αυτό έχουν οι πόντιοι. Ένα γέροι –νέοι. Μαζί.
Σηκώθηκα και ασυναίσθητα γυρίζοντας στους γνωστούς παρατήρησα ότι πήγαινα όλο και πιο κοντά στην αυτοσχέδια πίστα. Ένιωθα τον παλμό τους δυνατά και μετά όλο και πιο κοντά. Δεν τολμούσα. Ο φόβος της έκθεσης με είχε επισκεφθεί, δικτάτορας γίνεται στη θέληση, όμως όλα τα θέλω μου είχαν φύγει από την καρδιά, είχαν φύγει από το μυαλό, συνωστίστηκαν στα πόδια μου που άρχισαν να ακολουθούν τους ρυθμούς του κύκλου, έξω από τον κύκλο. Και τότε έκανα αυτό που δεν τολμούσα εδώ και καιρό. Μπήκα μες στον κύκλο. Να αισθανθώ τη δύναμή τους. Να καταλάβω τι είναι αυτό που τους κάνει να είναι τόσο δεμένοι όταν χορεύουν, πέρα από τις μνήμες, πέρα από την καταγωγή... Μόνο μες στον κύκλο μπορείς να καταλάβεις. Σ’ έναν κύκλο που γεννάει περηφάνια, σ’ έναν κύκλο που σε κάνει να θέλεις να τεντώσεις το κορμί και να σηκώσεις το κεφάλι ψηλά. Η λύρα και το νταούλι, συνδυασμός που συντονίζεται με τους χτύπους της καρδιάς σου….
Κάποια στιγμή στράφηκα να καθίσω. Είχαν δυσκολέψει τα βήματα και έμοιαζαν απογείωσης… Με έσερναν μες στο χορό. Έτσι μόνο μαθαίνεις. Αν χορεύεις… Έξω απ’ το χορό…
Το για λίγο έγινε πολύ. Και το πολύ λίγο.
Αποκοιμήθηκα ελαφριά κι ας ήμουν φορτωμένη: Εικόνες, εμπειρίες, βλέμματα αληθινά, που σε κοιτούν ευθεία, ανθρώπινη ζεστασιά. Πούπουλο το βάρος τους.
40 λεπτά.
Ένας άλλος κόσμος. Φυσικός. Αληθινός. Όμορφος. Απέχει μόλις 40 λεπτά.




Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2008

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2008

"Από ένα τόσο δα μικρό παραθυράκι..."

Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που μπορεί και να μην τους συναντήσεις ποτέ στη ζωή σου, αλλά συνήθως κάποιες περίεργες συγκυρίες τους φέρνουν στο δρόμο σου, εκεί που δεν το περιμένεις…
Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που έρχονται στη σωστή στιγμή στη ζωή σου, όταν εσύ δεν το ξέρεις πόσο τους έχεις ανάγκη…
Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που έχουν κλειδιά από πόρτες κλειστές, που μπορεί να μην τις έβλεπες ή που φοβόσουν να πλησιάσεις, γιατί δεν ήξερες τι κρύβεται πίσω από αυτές.
Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι φάροι που σου φωτίζουν το σκοτεινό δωμάτιο στο οποίο νιώθεις εγκλωβισμένος και για καιρό ψηλαφείς τους τοίχους αναζητώντας την έξοδο.

Υπάρχουν άνθρωποι που αν βρουν μισάνοιχτο ένα παραθυράκι στην ψυχή σου, το ανοίγουν διάπλατα και γεμίζει ευωδιά από λεμονανθούς, πασχαλιές και γιασεμιά.
Μπαίνει φρέσκο το αεράκι τους και ξαφνικά όλα μοιάζουν αλλιώς. Και όσα κρυφά επιθυμούσες, και όσα σου έμαθαν να κρύβεις καλά, μηχανικά, από μικρό παιδί.
Κι όλα φαίνονται καινούρια, ανατολές στη θάλασσα, προνόμιο για όσους τολμούν να ταξιδέψουν.
Και όλα διαρκούν. Γιατί η αλήθεια δεν έχει τέλος. Αρκεί να ξεσκονίσεις την αρχή της.
Σπας τα δεσμά σου ονοματίζοντάς τα, γιατί όταν έχεις γευτεί αρμύρα ανατολής, δε φοβάσαι να ονομάσεις. Χωρίς γόρδιους δεσμούς μπορείς να ονειρεύεσαι.


Από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής ερχόταν μυρωδιά λεμονανθού!
Έλα. Μπες στο τρένο κι έλα. Είναι τόσο απλό.
Μα….
Τα μα, πάντα περιμένουν. Τα μα…διογκώνονται όταν τα ποτίζεις . Είναι σφουγγάρια. Ό,τι τους δώσεις το ρουφούν. Και αν είναι δηλητήριο….
Σσς!
Δεν είναι αργά. Ποτέ δεν είναι αργά. Αρκεί που έφτασες εδώ. Αρκεί που τον είδες να στέκεται απέναντι σου, μικρό παιδί με παράπονο για την άδικη τιμωρία του. Τον ίδιο σου τον εαυτό.

Το τραγούδι(ένα αεράκι, Νατάσα Μποφίλιου) αριστερά, αφιερωμένο στη φίλη μου την Ελπίδα, που με περιμένει στο σταθμό του τρένου, κάπου εκεί στην Αθήνα...



9-10-08 ...



Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που σε συμπληρώνουν τόσο υπέροχα...



Η συνέχεια ανήκει στην Dee Dee μου:



"Υπαρχουν ανθρωποι ομπρελιτσα μου που οταν αναβεις ενα κερι σου ερχεται αυθορμητα στο μυαλο μια ευχη γι' αυτους !



Υπαρχουν ανθρωποι που μυριζουν χαρα κι αν σ' αγγιξουν μυριζεις κι εσυ!



Υπαρχουν ανθρωποι που βλεπουν τον καθρεφτη σου πιο καθαρα απο σενα και σου δειχνουν με υπομονη κι αγαπη τις ατελειες!



Υπαρχουν ανθρωποι που διπλα τους νιωθεις να λαμπεις!



Υπαρχουν ανθρωποι που σε πιανουν απο το χερι σταθερα, για να γινεστε μαζι ολο και καλυτεροι!"



Και κάτι ακόμη:



Τυχαία κάποια στιγμή, ένα "δρομάκι" με έφερε σ' αυτό το ξέφωτο.Μικρά, συστολής τα βήματά μου.Κρατούσα σφιχτά την κόκκινη ομπρέλα μου μη βρέξει και πουντιάσω...Και μετά, χάθηκα στις εικόνες, τις μυρωδιές, τα χρώματα που βρήκα εδώ μέσα, στον καθένα σας και κάτι διαφορετικό. Είναι από εκείνα τα μεγάλα μικρά η αίσθηση που αφήνει το μελτέμι όταν σε γαργαλάει. Είναι ευλογία να βρίσκεις γειτονιά μέσα στο δάσος...



Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2008

Με το μυστρί οι μνήμες, με το αλφάδι οι ψυχές

Δεν ήταν τα λίγοστα κέρματα από το άδειο μου πορτοφόλι που οδήγησαν τα βήματά μου στη στάση του λεωφορείου. Έφταναν αν μη τι άλλο για ένα ταξί. Ενστικτωδώς βρέθηκα εκεί. Από τις λιγοστές φορές που είχα χρόνο στη διάθεσή μου. Ή που ήθελα να «κατασκευάσω» περίσσευμα λεπτών. Ακύρωσα το εισιτήριο. Βολεύτηκα στη θέση. Η θέα θα με αποζημίωνε. Η συγκεκριμένη διαδρομή περνά από πολύ ωραίο σημείο της πόλης. Το είχα ανάγκη. Το μποτιλιάρισμα δεν το είχα προβλέψει. Ένας ανεύθυνος φορτηγατζής είχε κλείσει το δρόμο με το φορτηγό του και ανεζητείτο από τους αλαφιασμένους περαστικούς, παρά την επιμονή του καλέσματος της κόρνας του λεωφορείου.Είναι από τις στιγμές που αισθάνεσαι ότι κρατούν μια αιωνιότητα. Κι από τις στιγμές που εφευρίσκεις τρόπους για να περάσεις αυτά τα «αιώνια» λεπτά, που αρχίζεις την παρατήρηση. Ασημί ανταύγειες στη χοάνη του οχήματος. Αυτή ήταν η αίσθηση. Μα, τελικά σ’ αυτήν την πόλη μόνο οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας χρησιμοποιούν την αστική συγκοινωνία. Λαθραία τρύπωνα στις κουβέντες τους. Για τα φάρμακα, για τους γιατρούς, για τα εγγόνια και τα παιδιά τους. Κι ένα «εκεί που είσαι ήμουν» να τριγυρνάει σαν κουνούπι ηχηρό στις γωνίες του μυαλού μου.
Για την Τρίτη ηλικία ξεκίνησε αυτή η ανάρτηση.
Όμως, οι συνειρμοί έχουν περίεργο σινάφι. Κλειστό μερικές φορές, μονοπώλιο κανονικό. Ο δρόμος με έβγαλε στον παππού μου, δεν είχε συνέχεια, μονόδρομος που τον ακολούθησα χωρίς να το καταλάβω. Μια λέξη μόνο στο αφιέρωμα της αγαπημένης μου φίλης,Μαρίας Τζιρίτα, δυναμίτισε ολόκληρη πυριτιδαποθήκη μέσα μου.
Ίσως σας φανώ κουραστική. Είναι όμως από τις φορές που πραγματικά δεν μπορώ να ελέγξω, ούτε το χέρι ούτε τη μνήμη μου. Γιατί φτάνω σε κείνους. Που με μεγάλωσαν, που με ανέστησαν και τους ευγνωμονώ.

Ήμουν τυχερή. Γιατί τα χέρια μου γαντζώθηκαν στους ρόζους των χεριών τους.Εκείνου και εκείνης. Της γιαγιάς και του παππού.
Τραχιά τα χέρια του. Χτίστης ήταν. Τα ρούχα του γεμάτα χράτσια από τσιμέντο.Με έπαιρνε μαζί του στα μερεμέτια των γειτόνων. Σε μια μπλε πλαστική σακούλα τα εργαλεία, σε πάνινο δισάκι το κολατσιό και φύγαμε. Τον παρακολουθούσα να ακουμπά την τέχνη του σε τοιχάρια και σκαλάκια. Το μυστρί και το αλφάδι. Του τα έδινα τελετουργικά. Το βλέμμα μια στα μακριά ακροδάχτυλα του, μια στα εργαλεία.
Ίσως γι’ αυτό η αγάπη μου για τα κάθε είδους εργαλεία. Ίσως από κει η αγάπη για τις ανασκαφές.
Ήμουν τυχερή. Για όλους τους άλλους ήταν ο κυρ Χρήστος. Ο πανήψυλος πόντιος με τα καταγάλανα μάτια. Για μένα ήταν ο παππούς μου. Η λατρεία μου. Και τελικά, όπως μου είπε πρόσφατα, μια πολύ αγαπημένη φίλη, ο μέντοράς μου.
Είχαμε μάθει να σφραγίζουμε τις εποχές με το δικό μας τρόπο. Πάντα στο βουνό. Στο Φουντουκλή. Κι ας περπατούσαμε μέχρι το απογευματάκι. Εγώ κι εκείνος. Και τα μονοπάτια που γνώριζε καλά.
Καλοκαίρι. Αύγουστος. Θεριστές μοσχομυριστής ρίγανης. Την ξεραίναμε σε απλωμένα σεντόνια και τη φυλακίζαμε σε πολύτιμα βαζάκια μέχρι το επόμενο καλοκαίρι.
Φθινόπωρο. Με γαλότσες για μανιτάρια. Για εκείνα τα μεγάλα υπέροχα πορτοκαλί μανιτάρια που η γιαγιά τηγάνιζε κρατσανιστά στη μασίνα με τα ξύλα.
Άνοιξη. Μας περίμεναν οι Ανεμώνες. Τα άδεια χέρια να γεμίσουν, τα άδεια βάζα να γιορτάζουν και οι καρδιές να μοσχομυρίσουν.
Κάθε φορά η ίδια διαδρομή, η ίδια διαδικασία.

Έξι η ώρα το πρωί ήταν το ραντεβού μας, σχεδόν χαράματα. Το σακίδιο στον ώμο, τα χέρια κλειδωμένα. Πρώτη στάση στον «Κόντη», εκείνος μαλεμπί , εγώ ασουρέ. Για το δρόμο. Και μετά το μονοπάτι. Μέχρι τα δώδεκα το είχα μάθει απ’ έξω. Δεύτερη στάση στο πηγάδι με τη μεγάλη λεύκα που φύτεψε ο προπάππος μου. Ο προπάππος τη λέυκα κι ο παππούς τις ιστορίες. Διαδρομές ανθρώπων από τα παλιά, τις χάραζε στα αυλάκια του μυαλού μου, τις φύτευε στην διψασμένη γη μου, τις συνέδεε κρίκο κρίκο στην αλυσίδα της μνήμης μου. Κι εγώ τον θαύμαζα. Που ήξερε τόσο πολλά. Που μου μάθαινε άλλα τόσα. Κι όταν χανόμουν στις μπλε φουρτουνιασμένες θάλασσες των ματιών του ήξερα τη δύναμή μου. Ήξερα ότι μπορώ να τις γαληνέψω. Κι ας μην το είχα συνειδητοποιήσει τότε. Κοντά στη Λεύκα και τα χαλάσματα από το γκρεμισμένο σπίτι της γιαγιάς.Εκεί συναντούσα τους Βούλγαρους κατακτητές που έμειναν για αρκετό διάστημα στο σπίτι. Λίγο πιο πέρα κι ένα φυλάκιο με πολεμίστρες. Έμπαινα μέσα, μου άρεσε η μυρωδιά του παλιού, μου άρεσε το μισοσκόταδό του.
Άλλες εποχές τότε. Δε φοβόσουν να περπατήσεις στο βουνό. Καμία υποψία κινδύνου.
Καμία υπόνοια γκρίζου.


Στην αυλίτσα του σπιτιού, κι ας ήταν μες στην πόλη, είχε φυτέψει 15 δέντρα. Όλα οπωροφόρα. Η φλαμουριά μας ευωδιάζε όλο το καλοκαίρι. Το φλαμούρι μας σε σακουλάκια δινόταν στους γειτόνους. Η δάφνη, η μυγδαλιά, η καρυδιά, η ροδακινιά, η ροδιά, τα κεραμίδια όπου έριχνα σφεντόνα τις ευχές μου μαζί με τα πρώτα μου δοντάκια, ο κήπος με τα λαχανικά και το πεζουλάκι με τα καρότα… Το λεηλατούσαμε σε κάθε διάλειμμα, στην Πέμπτη και έκτη δημοτικού, για τον πορτοκαλί θησαυρό του, μιμούμενοι τον δάσκαλο που σε κάθε διάλειμμα ροκάνιζε προκλητικά ένα καρότο, καθαρισμένο μέσα στην τάξη, πριν χτυπήσει το κουδούνι. Εισβολή παίδων και κορασίδων και δος του η γιαγιά να χώνει βαθια στο χώμα τους σπόρους των καρότων. Εκεί, πλάι στο πεζουλάκι η αιώρα που εκείνος είχε φτιάξει. Βυθισμένη στο λίκνισμα της αγκαλιάς της τον έβλεπα να πλέκει υπομονετικά με ξερά φύλλα από καλαμπόκι τα καλάθια του. Εκεί, κάτω από το παράθυρο, απ’ όπου ξεγλίστραγαν οι νότες της γιαγιάς καθώς κεντούσε στη μηχανή της.


Όταν έλειπε το ήξερα. Θα γύρναγε με το λουκουμάκι από το καφενείο για μένα. Κι όταν κέρδιζε στο τάβλι ήξερα ότι θα είχε σοκολάτα. Εκείνος στον καναπέ κι εγώ στους ώμους του. Χάιδευα τα λιγοστά άσπρα του μαλλιά και μετρούσα τους ρόμβους στον πολυκαιρισμένο του σβέρκο. Μαζί του στα χαράματα ξυπνούσα για να ρουφήξω τον σπιτικό τραχανά το χειμώνα και να μοιραστώ τη ζεστασιά του μαγκαλιού. Τα χέρια μας συνομωτική τετράδα πάνω απ’ το μαγκάλι. Και τότε έρχονταν πάλι τα λόγια . Ποτέ συμβουλές. Πάντα έπαινοι. Και ζεστασιά. Και μεθυστική αγάπη.
Σφηνοειδής η γραφή του άφηνε τα εντυπώματά της στην λεία επιφάνεια της ψυχής μου. Ακόμη και τώρα, κάθε φορά που διατρέχω τις πρώτες μου ρυτίδες στη λεία εκείνη επιφάνεια γυρίζω. Κι ας μη πρόλαβε η παιδική ματιά μου να ενηλικιωθεί κοντά του. Κι ας μην είχα καταλάβει τότε τι σημαίνει περήφανος πόντιος και ποια βήματα τον οδήγησαν στην δική μου αγκαλιά. Κι ας μην πρόλαβα την τελευταία του αγκαλιά που με περίμενε ανοιχτή με κόπο. Κι ας μας πρόδωσε ο χωρισμός μας. Στις στιγμές τις πορφυρές από το βαθύ κόκκινο της ευτυχίας αλλά και στις άλλες, τις δύσκολες, τις αφυδατωμένες, πάντα το όνομά του ψελλίζω.
Δεν είχα σκοπό να γράψω σήμερα.
Η ανάρτηση της Μαρίας Τζιρίτα για την Τρίτη ηλικία μου τον έφερε τόσο κοντά, μα τόσο κοντά, να σε απόσταση αναπνοής τον άκουγα να με φωνάζει όπως τότε που παίζαμε με την ηχώ μας στο πηγάδι: ούου!
Και για μια ακόμη φορά αισθάνομαι τυχερή. Που μεγάλωσα με την γιαγιά και τον παππού. Και συνειδητοποιώ πόσο καθόλου ξεχασμένη δεν είναι η γεύση τους. Πόσο παραπλανητικά μου την έχει κλέψει μια παράλογη κεκτημένη ταχύτητα. Και μια ενηλικίωση που έχει πια παγιωθεί και δε μου αφήνει περιθώρια να παιδιαρίσω, γιατί έχω το δικό μου παιδί. Κι όμως. Μου λείπει τόσο πολύ εκείνη η ώρα που η γιαγιά μου χτένιζε τα μαλλιά και μου τα στόλιζε με κοκαλάκια. Που ο άλλος μου ο παππούς μετά την ιεροτελεστία της φέτας του ψωμιού με το λάδι και τη ρίγανη μου μάθαινε το «πιστεύω», και εκείνη η γλυκιά, αχ πόσο γλυκιά εισβολή της γιαγιάς μου στο φοιτητικό μου καταφύγιο με τη λεκάνη το ζεστό νερό για να με χαλαρώσει από το διάβασμα και τις ευωδιές από τα μαγειρευτά της στην κουζίνα. Αυτό το αλλαζονικά εγωιστικό σύνδρομο προστασίας που εκδηλώνεται αυτόματα με την παρουσία της γιαγιάς και του παππού. Και που τόσο πολύ τελικά το καταπιέζουμε ορισμένες φορές, γιατί ναι, είμαστε πια μεγάλα παιδιά! Μεγάλα και παιδιά. Τόσο παράλογα. Τόσο λογικά!