Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

Από το project 25th hour...



http://25thhourproject.tumblr.com/post/114439455603/25

25η ώρα, Ευδοκία Φανερωμένου

Η ιδέα του είχε καρφωθεί πρόσφατα στο μυαλό. Έτσι. Απρόσκλητη. Το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη για δύο εβδομάδες, προέκυψε πιο νωρίς απ’ ότι το υπολόγιζε και του έδινε την ευκαιρία.  Αρκετές από τις επιχειρήσεις που είχε αναλάβει την οργάνωση και προώθηση της δουλειάς τους είχαν ζητήσει εκτάκτως μια δια ζώσης επαφή. Η Κλειώ που είχε αναλάβει τη φοροτεχνική τους υποστήριξη είχε γίνει σχεδόν υστερική με την υπόθεση «τυπικότητα».  Η Θεσσαλονίκη ονομάστηκε προτεραιότητα, η βαλίτσα ετοιμάστηκε από την ίδια, πριν ακόμη εκείνος το καταλάβει, και τα εισιτήρια ήταν ακουμπισμένα στον μπουφέ. Ο Αποστόλης απόλαυσε δυο γουλιές από τον καφέ του και  έκανε αυτόματα την κίνηση να φορέσει τα παπούτσια του. Κοντοστάθηκε. Άνοιξε τη βαλίτσα, αναζήτησε τη θήκη με τα προσωπικά καλλυντικά και με μια αποφασιστική κίνηση  αφαίρεσε το ξυραφάκι και το πέταξε στα σκουπίδια.
Η μέρα ήταν βροχερή. Ο συριγμός της βροχής σχεδόν βίαιος έμοιαζε να θέλει να θολώσει τα βλέμματα, να επισπεύσει τα βήματα και να ακυρώσει την όποια απόπειρα να ξεστρατίσει η ματιά σε κτίρια και ανθρώπους. Ευτυχώς το διαμέρισμά του, παρότι μικρό είχε το προνόμιο της θέας στο Θερμαϊκό και την υγρή του συνομωσία με τον χειμερινό ουρανό… Ήταν το καταφύγιό του τις βραδινές ώρες. Η θέα ήταν η λίμα που αποσπούσε τη σκόνη του πληθωρισμού των επαφών του κατά τη διάρκεια της ημέρας. Τακτοποίησε τις εκκρεμότητες και πριν ξεκινήσει για το πρώτο του ραντεβού σταμάτησε στον καθρέφτη. Έσυρε την παλάμη στο πρόσωπό του για να αισθανθεί την αδρότητα από τα πρώτα γένια μετά το χθεσινό ξύρισμα. Και χαμογέλασε.
Η βροχή τώρα είχε ηρεμήσει τον ρυθμό της και τα βρεγμένα πεζοδρόμια τόνιζαν ακόμη περισσότερο την ασχήμια της εγκατάλειψης και της προχειρότητας. Πλακάκια σπασμένα, κάγκελα σκουριασμένα, κτίρια κακοφορμισμένα, βεβηλωμένα. Ο ξένος που θα αναζητούσε την αισθητική του προφανούς, ίσως να μην άντεχε πάνω από δύο μέρες παραμονής σε αυτήν. Για τον ίδιο όμως, η πόλη κουβαλούσε μια ενέργεια τόσο δυνατή, που δυναμίτιζε την όποια ελευθερία του και ενεργοποιούσε τα γρανάζια της τόλμης του… Όπως σήμερα το βράδυ, στο Καπάνι, που κρατούσε την μόλις αγορασμένη στρατιωτική κουβέρτα για το σκοπό του.
Οι μέρες περνούσαν με αδημονία. Χρειαζόταν λίγο ακόμη χρόνο, ώσπου το χέρι στο πρόσωπο να συναντήσει πιο πυκνά γένια. Τα γένια του. Το εισιτήριο για τη δική του 25 ώρα. Η κουβέρτα. Το όχημα για το δικό του, προσωπικό ταξίδι. Την πέμπτη μέρα ήταν έτοιμος. Ο καλοντυμένος ώριμος επιχειρηματίας με το γενάκι που σίγουρα πρόδιδε τάση της μόδας για τους ανυποψίαστους συνεργάτες και πελάτες,  κλειδωνόταν στο τελευταίο λεπτό  πριν τα μεσάνυχτα. Εκείνη την ώρα είχε επιλέξει ως το μεταίχμιο της δεύτερης ζωής που αποφάσισε να χαρίσει στον εαυτό του ως εμπειρία. Με γρήγορες, κλεφτές κινήσεις   βρέθηκε στην Πλατεία Αριστοτέλους. Και στο πρώτο ελεύθερο παγκάκι τυλίχτηκε με την παλιά κουβέρτα και διπλώθηκε σχεδόν σε εμβρυική στάση… Η 25 ώρα του. Τη σκεφτόταν από μικρό παιδί. Μια ώρα ολόδική του. Άγνωστη στους υπόλοιπους. Μια ώρα όπου θα μπορούσε σαν τον σούπερμαν ή κάποιο από τα αγαπημένα του καρτούν να μεταμορφώνεται, να παρατηρεί, να οσμίζεται και να εισπράττει την ανάσα της ζωής και του κόσμου. Το σφυγμό της εποχής και το στίγμα της… Η 25 ώρα του. Και εκείνος όχι καρτούν, αλλά ένας άστεγος στην Πλατεία Αριστοτέλους…
Τα φώτα και η υγρασία  έσφιγγαν τώρα την πόλη με τον κορσέ της νύχτας… Και εκείνη άφηνε σαν άρωμα τις σκιές και την πολυσημία της  καθώς χόρευε τη ζεμπεκιά της. Τα μάτια του ίσα που φαινόταν ανάμεσα στο σκούφο και τη χλαίνη που τον σκέπαζε… Μα η ματιά, άγραφο χαρτί, έτοιμο να παραδοθεί στην έμπνευση του πιο σοφού γραφέα… της ίδιας της ζωής. Εκείνη ήξερε το ίδιο καλά να σκαλίζει  ορνιθοσκαλίσματα ταυτόχρονα με  καλλιγραφίες. Περαστικοί βιαστικοί με χαμηλωμένα τα βλέμματα, συντονισμένοι στους προορισμούς της βραδιάς,  έρχονταν και χάνονταν από μπροστά του χωρίς να του δίνουν σημασία. Μια γυναίκα έσερνε το ξενυχτισμένο αγοράκι της από το χέρι φωνάζοντάς του. Τρεις νεαροί κάθισαν για λίγο στο διπλανό παγκάκι αφοσιωμένοι στην οθόνη του κινητού τηλεφώνου τους… Στάση για τσεκ ιν, σκέφτηκε… Τα υπόλοιπα παγκάκια πολύ σύντομα ήταν όλα κατειλημμένα. Από παρέες που έδιναν ένταση με τα γέλια τους στη γλυκάδα της βραδιάς. Από ζευγάρια που έχτιζαν τους προμαχώνες των στιγμών τους. Από μοναχικούς διαβάτες που στάθμευαν άλλοτε αναποφάσιστοι και άλλοτε αποφασισμένοι να σφραγίσουν λέξεις, κεφάλαια, αρχές και τέλη… Προσωρινές κρατήσεις θέσεων, μέχρι να έρθει ο επόμενος ένοικος για να αφήσει το δικό του χνάρι στο κάθε πολυκαιρισμένο παγκάκι.
Και εκείνος εκεί. Κάθε βράδυ. Αόρατος σε όλους, αθέατος, να εισπράττει τις ανάσες της ζωής, την ομορφιά και την ασχήμια της. Τέταρτη συνεχόμενη νύχτα και κανένας δεν είχε σταθεί στο παγκάκι πλάι του. Ακόμη και όταν όλα τα υπόλοιπα δεν ήταν διαθέσιμα. Χθες μια νεαρή κοπέλα τράβηξε άκομψα, μάλλον προκλητικά τη φίλη της που τυχαία ακούμπησε στην κουβέρτα του περνώντας ξυστά από μπροστά του. Αυτόματες κινήσεις, φοβικές. Αυτόματες σκέψεις ανθρώπων ταμπελοφόρων… Βγάζουν από την ποικιλία της συλλογής τους την κατάλληλη ταμπέλα και ονοματίζουν το σύμπαν τους… Πριν από λίγο μια κοπέλα ακούμπησε το ραδινό κορμάκι της  στο απέναντι παγκάκι. Κύρτωσε τη ράχη  και το σώμα είχε ήδη αρχίσει να ταλαντώνεται από τους λυγμούς της… Ο πόνος είναι θέριεμα της νύχτας. Ντύνεται το σκοτάδι και κυκλοφορεί πιωμένος σε πλακόστρωτα και σε παγκάκια… Γύρισε το βλέμμα της και τον κοίταξε… Δεν τόλμησε να του μιλήσει. Σέρνοντας αργά τα βήματά της κατευθύνθηκε στην άκρη του δρόμου, μπήκε στο πρώτο ταξί που συνάντησε και χάθηκε στη χοάνη της νύχτας…
Εκείνην κοιτούσε ο Αποστόλης, όταν ένιωσε την παρουσία του δίπλα του. Μια λεπτοκαμωμένη, αποστεωμένη φιγούρα με μια χάρτινη σακούλα συνοδεία.  Την κρατούσε με τόση τρυφεράδα  που νόμιζες ότι στο παγκάκι δεν κάθονταν δυο ψυχές, αλλά τρεις. Οι δυο τους και η σακούλα. Κοιτούσε τη θάλασσα, τον ορίζοντα και η αναπνοή  του ήταν βαριά, ανάσαιμα καημού, ανάσαιμα ταλαιπωρημένου οδοιπόρου. Στάθηκε αρκετή ώρα δίπλα του χωρίς να μιλά.
«Άραγε με βλέπει; Ή ζει στη δική του διάσταση, στεγανοποιημένος στις σκέψεις του;» αναρωτήθηκε όλος περιέργεια ο Αποστόλης. 
Κάποια στιγμή το χέρι  ψαχούλεψε το εσωτερικό της σακούλας   και έβγαλε με ευλάβεια το περιεχόμενό του. Ένα ξύλινο χειροποίητο καλογυαλισμένο καροτσάκι  με χειρολαβές, που μόλις χωρούσε στην παλάμη του. Με τα ακροδάχτυλα περιέτρεξε το περίγραμμά του, σα χάδι σε ορφάνια.
«Είναι μασίφ»… ψέλλισε χαμηλόφωνα.
«Ξύλο ελιάς. Πέντε μέρες το σκάλιζα…»
Σιώπησε για λίγο… Και σα να ήθελε να ξεβράσει  τη θύελλα που έκρυβε η ψυχή του, έγινε χείμαρρος που βρήκε την κοίτη του στη συντροφιά του άγνωστου άντρα που στεκόταν στο παγκάκι, άχρονος, χωρίς ταυτότητα, μια κοίτη ασφαλής, ανώνυμη.
« Εδώ και πέντε μήνες το δείχνω παντού, και αυτό και τα άλλα ξύλινά μου δημιουργήματα, σε όποιον μπορείς να φανταστείς. Είμαι άνεργος εδώ και έναν χρόνο. Το εργοστάσιο που δούλευα έχει κλείσει. Δουλεύει μόνο η κυρά. Καθαρίζει σκάλες. Δεν μπορώ ούτε σοκολάτα στον εγγονό μου να πάρω… Όταν μένεις άνεργος στα 50 πονάει πολύ… Χρόνια τα σκαλίζω… Το ξύλο το αγαπώ. Κι εκείνο όμως. Είτε λέγεται έπιπλο, είτε πρώτη ύλη… Του μιλάω και μου μιλά. Το γυαλίζω… Φτηνά το δίνω… Τίποτα… Να, σχεδίασα και αυτή τη μακέτα για να τυπώσω κάρτες, κάποια στιγμή όταν μπορέσω… μα τζάμπα κόπος… Δεν παίρνουν το τηλέφωνό μου ούτε από ευγένεια…» είπε βγάζοντας από τη σακούλα το πόνημά του.
Η ματιά του Αποστόλη πλέον είχε σαγηνευτεί από το μικροσκοπικό αντικείμενο… Κουβαλούσε μια τελειότητα ξεχωριστή… Αυτός ο άνθρωπος ήταν πραγματικός τεχνίτης…Τον κοίταξε ορθά στα μάτια…
«Μπορώ να το περιεργαστώ;» ρώτησε.
«Το ρωτάς, ρε φίλε; Είσαι ο πρώτος που χαλαλίζει τη ματιά του».
Έβγαλε το χέρι από την κουβέρτα και η αφή γλυκάθηκε από τη λεία επιφάνεια. Έδωσε κίνηση με τον δείκτη του στη μασίφ ρόδα και  τσούλησε το καροτσάκι στη ράγα από το παγκάκι…
«Είναι μοναδικό. Απόστολος.» συστήθηκε.
«Να σαι καλά ρε φίλε. Ιάκωβος. Αλλά τι σου λέω και σένα βραδιάτικα… Έχεις χειρότερα ζόρια από μένα… Σχώρα με. Σχώρα με, αδερφέ…»
«Μήπως μπορείς να μου κάνεις μια χάρη; Θα μπορούσες να πεταχτείς στο περίπτερο να με κεράσεις ένα νεράκι; Τα πόδια μου δε με βαστούν…»
«Φυσικά, άνθρωπέ μου. Είναι το λιγότερο που μπορώ να σου προσφέρω. Κράτα μου εσύ τη σακούλα μόνο. Ναι;»
Το νερό προσφέρθηκε με αξιοπρέπεια και το ίδιο αξιοπρεπώς, ζητώντας μια ακόμη φορά συγνώμη ο Ιάκωβος  ζυμώθηκε με τους περαστικούς και χάθηκε στη νύχτα. Αποκαμωμένος φόρεσε τις παντόφλες του και έγειρε σύντομα στο πλευρό της αγαπημένης του γυναίκας… «Αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα» ψιθύρισε και παραδόθηκε στην κούρασή του.
Το επόμενο πρωί πίνοντας το ελληνικό καφεδάκι του κάκιωνε τον εαυτό του που τόλμησε να φερθεί τόσο αλαζονικά σε έναν άστεγο, ταλαιπωρημένο άνθρωπο… «Δεν έπρεπε να παρασυρθώ… Δεν έπρεπε…»
Ήταν περασμένες δώδεκα όταν χτύπησε το τηλέφωνο… «Καλημέρα σας. Ο κύριος Ιάκωβος Πολυζώης;… Από το εργαστήρι «Τζεπέτο» σας τηλεφωνώ…  Έχουμε ανοίξει πολύ πρόσφατα και στόχος μας είναι η χονδρική πώληση ξύλινων αντικειμένων αποκλειστικά χειροποίητων Χρειαζόμαστε έναν καλό τεχνίτη. Μήπως θα μπορούσατε να περάσετε να τα πούμε από κοντά;… Είμαστε στη διεύθυνση….» Οι τελευταίες λέξεις  γράφτηκαν στο χαρτί από το τρεμάμενο χέρι του Ιάκωβου… Που τον είχαν βρει; Ποιος; Βιαστικά κατευθύνθηκε στην καρέκλα όπου είχε ακουμπήσει τη χθεσινή του σακούλα. Η μακέτα έλειπε από μέσα…
Το ίδιο βράδυ  βρέθηκε στην πλατεία Αριστοτέλους.  Το παγκάκι του Αποστόλη ήταν άδειο…

_

Η Φανερωμένου Ευδοκία ζει και εργάζεται στην Καβάλα. Της αρέσει  να γράφει και να αποτυπώνει εικόνες και στιγμές.
Η ίδια δηλώνει: “Ένα στιγμιότυπο στέκεται πάντοτε η αφορμή  για να αναζητήσω ένα στυλό, μια φωτογραφική μηχανή, ένα πληκτρολόγιο. Είναι τα δικά μου πρόχειρα εργαλεία για να συμπληρώνω πάντα το δεύτερο σκέλος της εξίσωσης:    …+  ! +  ; =                    “. 
ΠΗΓΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ