Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

Γη και ύδωρ

Στολισμένο το πολυκατάστημα των ηλεκτρονικών ειδών. Κόσμος στο ταμείο. Για την εξόφληση της μηνιαίας δόσης. Όλα τα άλλα ανεξόφλητα Χρωστούμενα εσαεί: χαμόγελα, στόχοι, όνειρα…
Στολισμένη και η ταμίας. Στο πρόσωπο, το ακάλυπτο από τη στολή. Ρίμελ, πούδρα, λιπ γκλος. Ψιμύθια ασπίδες: να λειάνουν τη ρυτίδα έλλειψης του ύπνου που έκλεψε η ανασφάλεια. Μηχανικά «παρακαλώ» και «ευχαριστώ», χωρίς περιθώρια καλημέρας. Συνωστισμός, ουρά, βουητό ομιλιών. Καμία συνομιλία. Άσκοπα σούρτα φέρτα γύρω από τις γιρλάντες των εκπτώσεων. Έκπτωτοι περαστικοί ξεγελούσαν τα άδεια τους ημίωρα και τα άδεια πορτοφόλια.
Κάτω από την ξεφτισμένη πούδρα οι πρώτες αυλακιές εκνευρισμού ετοιμοπόλεμες στην όποια υποψία παραπόνου. Κλεφτές ματιές στο ρολόι. Μετρούσε. Μαζί με τα χαρτονομίσματα τους κύκλους του λεπτοδείκτη. Δεύτερη ματιά. Η ώρα σε βασανιστικά οκνηρή τροχιά. Τρίτη. Και το προδομένο σπ’ το λιπ γκλος στόμα ξεγέννησε τον αυτοματισμό της σκέψης: «Μα θα του πει κάποιος να σταματήσει επιτέλους;»
Κορνίζα η πύλη εισόδου με τα φανταχτερά 50%,70% και κάποια τολμηρά 80%।Στο κέντρο της η φιγούρα ενός γέρου। Σκυφτό το σώμα, σε υποταγή. Σκυφτό το βλέμμα. Σε ταπείνωση. Μόνο το τρεμάμενο χέρι σε αντίσταση. Χαρτονένια η προέκταση, να χάνει την οξύτητα ο ήχος του κέρματος. Προδομένος από το DNA των λέξεων σφήνωσε την απόγνωση στον αυλό μιας γκάιντας. Κι εκείνη έκλαιγε και έκλαιγε. Μονότονα. Αρχέγονη διαδικασία το κλάμα. Πανάρχαια η πίσω πόρτα της εγκατάλειψης. Μονότονη η πορεία. Η ίδια νότα στην γκάιντα, ξανά και ξανά. Ολομόναχη. Γινόταν κραυγή, στριγκιά. …Δανεισμένος ήχος για το τοπίο της σιωπής. Βιαστική πινελιά πάνω του, αγωνιούσε να σκιτσάρει τον κωδικό για να τη σπάσει. Γη και ύδωρ ο ορίζοντας του. Το ασκί μιας γκάιντας το τελευταίo μετερίζι.