Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2008

Οκτώ


Οκτώ τα κεράκια που μετράει σήμερα…
Κι άλλα δέκα τα χρόνια που ονειρεύεται για να ανοίξει τα φτεράκια της.
Θέλει να γίνει φωτογράφος στο Παρίσι.



Οκτώ τα δικά της κεράκια. Χίλια δεκαοκτώ τα δικά μου αντικλείδια που μου χάρισε για τις πόρτες του ουρανού της. Μην τύχει και χάσω το κλειδί. Απλώνει τα χεράκια της και με προσκαλεί πάντα στη δική της χώρα. Ανέφελος ο ουρανός, ανοίγω την πρώτη πόρτα και στέκομαι μαθήτρια στο δικό της σχολείο. Δεν είναι επτά τα θαύματα εκεί. Είναι αμέτρητα, κάθε βήμα και μια αποκάλυψη. Ξαναγίνομαι παιδί, αναθεωρώντας μεγαλώνω απ’ την αρχή. Μαζί της.

Μικρός άτλαντας εκείνη, κρατά τον κόσμο μου, τον κόσμο μας στα χέρια της.
Δεν το καταλαβαίνει το βάρος. Για κείνην ο κόσμος είναι ένα παιχνίδι, μια μικρή γυάλινη σφαίρα που την αναποδογυρίζει για να χιονίσει «αστέρια»…Κάποιες φορές την αναποδογυρίζουμε μαζί. Και τότε όλα μοιάζουν τόσο μαγικά εύκολα... Πώς το άσπρο μαύρο μπορεί να πάρει αποχρώσεις; Αναρωτιόμουν κάποτε. Μαζί της το ανακάλυψα, έτσι όπως εκείνη γεμίζει μελωδίες το δωμάτιο χαιδεύοντας απαλά με τα τρυφερά της χεράκια τα ασπρόμαυρα πλήκτρα του πιάνου. Ναι, έτσι γεννιέται το χρώμα, έτσι και η μουσική, ένα απαλό χάδι γίνεται ηχάδι… τόσο απλά…

Οκτώ τα κεράκια που σβήνει σήμερα. Κι εγώ άρχισα να βλέπω σαν ανθρωπάκια τους αριθμούς,αχ και να μπορούσα να τους ζωγραφίσω,γυρνώντας πίσω, στη στιγμή που πρώτη φορά αντίκρισα το προσωπάκι της. Ένα τόσο δα μικρούλι ανθρωπάκι με πολλά πολλά μαλλιά!

1 και βλέπω να ισιώνει το κορμάκι και να κάνει τα πρώτα βηματάκια.
2 σα σαλιγκαράκι, υψώνει τις κεραίες να αφουγκραστεί τον κόσμο.
3 ανοίγει τα χεράκια, να αγκαλιάσει, να διεκδικήσει
4 και έρχεται η λογική με τις ευθείες της και τα τετράγωνά της
5 Λογική και συναίσθημα. Ευθεία και καμπύλη σε συνύπαρξη.
6 Στροφούλα, εξωστρέφεια…
7 Περπατά καμαρωτά με τα πρώτα της όπλα
8 Και παίρνει σχήμα. Καμπύλες που μορφώνονται για να δώσουν τη γυναίκα….


Μια η ευχή που της κρατώ: Να ανεμίζει πάντα ψηλά τη σημαιούλα της ψυχής της , όπως σήμερα !


Κι άλλες τόσες αυτές που στέλνω στα άστρα, όχι καμία πρωτοτυπία. Η κουκουβάγια το κουκουβαγιάκι… Αυτό είναι όλο. Αυτό είναι όλα.



Η μουσική είναι το mother's journey του Yann Tiersen, γιατί της αρέσει το πιάνο αλλά πολύ περισσότερο η Αμελί και η μουσική της.

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2008

Ας παίξουμε ...(Αλήθειες και σαλάτα φράσεων)

Παιχνίδι 1.
Αλήθειες

Μου έκανε την τιμή να με καλέσει η πολυαγαπημένη μου Φαραόνα σε παιχνίδι και την ευχαριστώ πολύ.

Οι κανόνες είναι οι εξής:
Γράψε 7 αλήθειες για σένα στο blog σου, κάποιες κοινές, κάποιες περίεργες.Κάνε tag 7 άτομα στο τέλος της ανάρτησης βάζοντας τα ονόματα τους και links προς το blog τους.Ειδοποίησε τους ότι του έχεις κάνει tag αφήνοντας σχόλιο στο blog τους.






Να, λοιπόν, μερικές αλήθειες μου:


1.Γεννήθηκα δυο μήνες πιο πριν απ’ ότι με περίμεναν. Κάποιοι πίστευαν ότι δε θα τα καταφέρω να ζήσω… (από τότε ίσως αποφεύγω τους ανθρώπους που βλέπουν το ποτήρι μισοάδειο, να μην πω άδειο…)

2.Βιώνω πολύ έντονα το κάθε μου συναίσθημα, το αγκαλιάζω σφιχτά, στίβω τη στιγμή σαν πορτοκάλι να μη χάσω ούτε σταγόνα. Αυτό δε μου έχει βγει πάντα σε καλό.

3.Για αρκετό διάστημα στη ζωή μου υπήρξα αναβλητική. Είχα επικεντρωθεί σε έναν συγκεκριμένο στόχο και για όλον αυτόν τον καιρό έβλεπα το δέντρο και έχασα το δάσος. Νιώθω ευγνωμοσύνη για τα χέρια που με τράβηξαν και με πήγαν βόλτα στο δάσος!Σ’ αυτό το δάσος βρήκα καθρέφτες ειλικρίνειας, αυτούς που δείχνουν και τα ελαττώματα και έμαθα να βλέπω αλήθειες μου και να μην κρύβομαι πίσω από το δάχτυλο μου .

4.Δε μου αρέσουν τα κρύσταλλα γι’ αυτό και στο σπίτι μου τα εξαφάνισα από την πρώτη εβδομάδα που το έστησα (ελπίζω να μην παρεξηγηθούν όσοι μου τα δώρισαν). Στο μόνο που δεν μπορώ να αντισταθώ είναι ένα μικρό τόσο δα κρυσταλλάκι που το κρατώ στο χέρι όταν θέλω να παίξω με το φως.

5.Προσπαθώ να είμαι ευγενική και να κατανοώ την αιτία που κάποιος έχει φερθεί ή φέρεται με συγκεκριμένο τρόπο.Δεν το κάνω για να δημιουργήσω καλή εντύπωση, προκύπτει από την ανάγκη να σεβαστώ τον άλλον, την προσωπικότητα του, τη διαφορετικότητά του ή και τις επιλογές του. Μερικές φορές αυτό είναι παρεξηγήσιμο, σε κάποιους φαίνεται λίγο παραπάνω «γλυκερό», σε κάποιους άλλοτε αιρετικό και ακραίο.… Δε με νοιάζει πλέον, δε θέλω να αλλάξω τον εαυτό μου για να αρέσω, όταν κάποτε, παλιά, για συγκεκριμένο λόγο προσπάθησα να το κάνω, βγήκα καρικατούρα! Μπορώ ωστόσο να γίνω κυνική και αγενής σε όσους μου φερθούν με κουτοπονηριά και μου πετούν με θράσος χόρτο….Είναι αυτό που λένε μου πατάς τον κάλο.

6.Εκτιμώ απεριόριστα τους ανθρώπους που παραδέχονται τα λάθη τους. Αντιθέτως θεωρώ «άρρωστους» τους ανθρώπους της λογικής ότι πάντα φταίνε οι άλλοι για ό,τι τους συμβαίνει. Χρειάζονται βοήθεια, αν μη τι άλλο. Και εκτιμώ ακόμη πιο πολύ όσους δε γυρίζουν πίσω, ξανά και ξανά στα λάθη, αλλά έχουν τη δύναμη να συνεχίσουν μαθαίνοντας μέσα από αυτά.


7.Όταν με αδικούν σε σχέση συνήθως σιωπώ. Και απορρίπτω. Αν καταλάβω ότι μοιράστηκαν μυστικό μου, φεύγω, δύσκολα ξαναγυρίζω. Θέλω όπως διατηρώ εγώ την ιερότητα μιας στιγμής εκμυστήρευσης το ίδιο να τη σέβονται και οι άλλοι. Όταν κάποιος σου εμπιστεύεται μυστικό, έρχεται άοπλος, γυμνός, αφήνεται στα χέρια σου, αλίμονο σε εκείνους που δεν εκτιμούν αυτή τη «γύμνια»! Αλίμονο αν βγάλεις την μαγεία μιας σχέσης σε παράρτημα!

Καλώ σύμφωνα με τους κανόνες στο παιχνίδι : (όσους νομίζω ότι δεν έχουν παίξει)

Αλίκη,
Δρομάκι,
Αχτίδα,
Ιφιγένεια
Μαρία Τζιρίτα,
Αθηνά,
Κοπέλα με το καναρινί.

update: και επειδή η Αθηνούλα με πληροφόρησε ότι έχει παίξει (δεν το πρόλαβα η ασυνεπής) καλώ στη θέση της την νέα μας φίλη : "Κόκκινη Μήκων" στο παιχνίδι.

Παιχνίδι 2.
("Σαλάτα" Φράσεων)




Η αγαπημένη φίλη Αθηνά με προσκάλεσε εδώ και καιρό να παίξω το παιχνιδι «Βρες τυχαία 7 φράσεις » , με τις παρακάτω οδηγίες:
Α. Η επιλογή της κάθε φράσης από τον κάθε μπλόγκερ να μην ξεπερνά τις τρεις λέξεις (σχετικό) και να επιλέγεται από τους χρήστες με όσο το δυνατόν τυχαίο copy/paste.
Β. Δεν έχει σημασία αν στο τέλος η πρόταση ή η παράγραφος βγάζει νόημα. Αυτό είναι και η πλάκα! Αποφύγετε να "ωραιοποιήσετε" το αποτέλεσμα, και αφήστε την ως έχει.
Γ. Αποφεύγετε να χρησιμοποιείτε φράσεις από ήδη επιλεγμένους μπλόγκερ.

Αθηνά μου σ' ευχαριστώ!
Παίζω λοιπόν:




"το δάκτυλο του θεού δίνει πνοή
ικανότητες στα χέρια
Μ’ αρέσει πολύ αυτή η διαδρομή
ειναι η αποτοξινωση
στον ήλιο στεγνώνω τις ελπίδες μου)
Μηπως ειναι καλυτερα να ονειρευομαστε
Δεν ξέρω ακόμα. "

Οι φράσεις ανήκουν με τη σειρά στους εξής φίλους μπλόγκερ:
Roadartist
Αγκαλιές του φεγγαριού
Ανασαιμιά
Dee Dee-message in the bottle
Ανεμοσκορπίσματα
Άψινθος(Φαραόνα)
Κόκκινη κλωστή δεμένη(Αλίκη)


Καλώ όποιον επιθυμεί να παίξει...

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2008

Πολύχρονο δρομάκι!

Όταν γνωρίζουμε ανθρώπους σπαταλάμε μπόλικη φαιά ουσία σε άσκοπες ερωτήσεις.
Πώς σε λένε;
Πόσων χρονών είσαι;
Τι δουλειά κάνεις;
Είσαι παντρεμένος;

Μα… μου φαίνονται τόσο ανούσια όλα αυτά.
Εγώ θα έκανα μία και μοναδική ερώτηση:

"Σε ποιο δρόμο έχεις χτίσει τη ζωή σου; "

Ίσως με περνούσαν για αλλοπαρμένη, φευγάτη, τρελή, αλλά αυτή θα ήταν η δική μου ερώτηση.
Για μένα ο δρόμος έχει σημασία.
Υπάρχουν λεωφόροι, με κίνηση πολλή και συχνά μποτιλιαρίσματα.
Υπάρχουν και εμπορικές οδοί, πολυσύχναστες και λαμπερές, γεμάτες φώτα, που ερημώνουν όμως τα βράδια γιατί χάνουν τον προσδιορισμό τους.
Υπάρχουν αδιέξοδοι, στενά τα όριά τους.
Και πάροδοι, που ζουν στη σκιά των μεγάλων οδών.
Και κεντρικές οδοί που διατρέχουν αδιάφορα τα πέτρινα μπαούλα –πολυκατοικίες του Παπαλάνγκι, όπου σφηνώνεται η ματαιοδοξία κουρασμένων κυνηγών που στοχεύουν σε θηράματα φαντάσματα.

Μα, κάπου εκεί, αν κοιτάξεις λίγο πιο προσεκτικά, αν έχεις διάθεση να περπατήσεις μπορείς να ανακαλύψεις κάτι μικρά δρομάκια, κατάφυτα. Αν η οσφρητική σου ικανότητα δεν έχει μεταλλαχθεί από τις πλαστικές μυρωδιές, μπορείς να νιώσεις μία μία έντονα μυρωδιές παλιές και ξεχασμένες. Μυρωδιές ανθοφορίας, γονιμότητας, ζωής. Και χρώματα.





Το άσπρο.Ασβεστωμένα τα πεζούλια των σπιτιών της γειτονιάς του. Μερακλήδες οι γείτονες, και νοικοκυραίοι. Υπηρέτες καλημέρας. Κεντίστρες οι γυναίκες ακουμπούν το τραγούδι τους σε λευκές μπιμπίλες και κοφτές κουρτίνες στα παραθύρια , μαντάρουν τις κάλτσες, μα υφαίνουν μελωδίες στη ζωή. Λευκά και τα γιασεμιά.
Το ροζ, στα κοριτσάκια με πλεξούδες και κορδέλες κολαρισμένες.
Το μπλε, στα τετράδια του σχολείου.
Το μαύρο, του πόνου που αργοσέρνεται κρυφά και παγώνει τα πυρακτωμένα κάρβουνα του μαγκαλιού. Του κυνηγιού ενός μπουλούκιου που θεωρεί πως έχει το δικαίωμα να στερεί σε μικρά παιδιά την αλήθεια για τη μανα που χάθηκε, κουρούνα που σιγομουρμουρίζει για το κρυμμένο της μυστικό κάτω από τα μαύρα της φτερά.
Το γκρίζο της άγνοιας, της εγκατάλειψης, της στέρησης, της αγωνίας…
Το κόκκινο του πάθους, του αίματος που στάζει.
Και το γλαυκό του ουρανού…..
Το κίτρινο του ήλιου.
Το πράσινο της προσμονής.
Το πορτοκαλί στις ανθισμένες νεραντζιές.
Και το μωβ σε ανυπόμονες πασχαλιές.

Αν βρέξει σε τούτα τα δρομάκια, τότε μπερδεύονται τα χρώματα , γέφυρες τα ουράνια τόξα τους, περνάς και συνεχίζεις.

Ακουμπισμένα βιβλία στα στρογγυλά τραπέζια των καφενέδων τους, αν τα ανοίξεις παίρνεις μαθήματα ζωής. Ανιδιοτέλειας, αθόρυβης παρουσίας, προσφοράς χωρίς ρεκλάμες….
Είναι κάτι δρομάκια απάνεμα, που παραγγέλνουν στο βοριά «να ναι καλό παιδάκι», κι ας λυσσομανά εκείνος συχνά στις αντηρίδες και στα μετερίζια τους. Καμπυλώνουν τα τείχη τους, να προστατεύσουν … να μη περάσει ούτε ριπή του στις γειτονιές τους.
Είναι κάτι δρομάκια που όταν τα διαβαίνεις μπορείς και ονειρεύεσαι, παίρνεις βαθιά ανάσα να πάει ως τα κάτω η ευωδιά ελευθερίας που ανθίζει στα στενά τους, ξορκίζονται οι φόβοι, στήνουν πανηγύρι οι μούσες.

Σ’ ένα τέτοιο δρομάκι πλακόστρωτο γεννήθηκα, σ’ ένα τέτοιο δρομάκι πάντα καταλήγω.
Το δικό μου «δρομάκι» που σήμερα θα το στολίσω με χίλια δυο λαμπόνια. Γιατί, ναι, έχουν και τα δρομάκια γενέθλια.


«Δρομάκι» μου, πολύχρωμο, πολύχρονο, εύχομαι κανένας δυνάστης να μην σου αλλάξει τη φυσιογνωμία.
Χρόνια πολλά ακριβό μου «δρομάκι».
Χρόνια πολλά καλή μου μάνα!

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2008

40 λεπτά...


40 λεπτά. Μόνο. Και μια απόφαση. Μικρή. Και πέρασα σε άλλη διάσταση .
Ειρηνική. Αρχέγονη. Προγονική. Αλήθειας που τυφλώνει. Μεγαλείου που σου θυμίζει πόσο xxxxxsmall είναι τελικά τα xxxxxlarge σου.
40 λεπτά μόνο χρειάζονται για να αγγίξεις την αίσθηση του φθινοπώρου και κάποια δευτερόλεπτα για να θυμηθείς. Ότι ανήκεις. Εκεί. Που είναι πάντα ανιδιοτελώς ευπρόσδεκτοι οι γκρίζοι δρομείς προδότες των πόλεων. Εκεί που προσφέρονται αντίδοτα. Όχι μόνο του άγχους.
Σφήνωσα τις υποχρεώσεις μου σε ένα «αναμένετε», και έφυγα με την ταχύτητα της ορμής τους. Γιατί είναι κεκτημένη, το κυνήγι του δευτερόλεπτου θέλει καρφιά στίβου στα πόδια.
Δεν πρόλαβα καν να επιβραδύνω. Ήταν απότομο το σταμάτημα. Δέους, έκπληξης και νοσταλγίας γλυκιάς.
Μπορεί σε κάποιον να φανεί υπερβολικό. Όμως προσωπικά θα αισθανόμουν υπέροχα αν ζούσα σε ένα χωριό στην αγκαλιά της φύσης. Εκεί που οι ρυθμοί είναι διαφορετικοί. Υγείας και όχι άσθματος. Ίσως δεν το καταφέρω αλλά θα το ήθελα πολύ. Να τα αφήσω όλα πίσω, και να επικεντρωθώ στα λίγα αλλά ουσιαστικά. Να ξυπνώ το πρωί και να μυρίζω τη φρεσκάδα του βουνού, όπως σήμερα. Να ακούω το κελάρυσμα του ποταμού όπως σήμερα. Τριγύρω οι καμινάδες στα κεραμίδια να αφήνουν τον καπνό τους, όπως στις παιδικές ζωγραφιές. Να ακούω το τρίξιμο της μασίνας, να μαγειρεύω, να σκαλίζω το χώμα, να περπατάω, να διαβάζω πίσω από θολωμένα από τις στάλες της βροχής παράθυρα, να ανταλλάσω αληθινές κουβέντες με φίλους γύρω από τη φωτιά, να έχω ένα εργαστήρι και να πλέκω, να κατασκευάζω, μερικές φορές από αυτό που έχουμε συνηθίσει ως τίποτα, από τα υλικά που τόσο απλόχερα βρίσκεις στο «ποτ πουρί» της φύσης όταν περπατάς, μπορείς να φτιάξεις θαύματα.
Προσπάθησα να αποτυπώσω στην αυτόματή μου μηχανή τις εικόνες μου. Λείπει η μυρωδιά τους. Λείπουν οι ήχοι, εκείνα τα συρσίματα πίσω από τους θάμνους που σε αιφνιδιάζουν καθώς περπατάς. Λείπουν τα κελαηδήσματα και τα βελάσματα. Σας φέρνω μερικές, έτσι, σαν ένα κέρασμα φθινοπώρου…., η μνήμη της ακοής και της όσφρησής σας είμαι σίγουρη ότι θα τις επενδύσει μουσικά και θα ανασύρει μυρωδιές από χόρτα μυριστικά της Ελλάδας μας. Ίσως και αναμνήσεις. Ίσως και…




Όλες οι αποχρώσεις









Το μονοπάτι


Με στρωμένο φθινοπωρινό χαλί


Κρύβει τους θησαυρούς του













Το φθινόπωρο επιπλέει














Το έζησα σε τρέιλερ το ονειράκι μου. Το απόγευμα πήρα τις μάλλινες κλωστές και τις βελόνες και άρχισα να πλέκω. Τα μικρά γύρω μου ανέμελα τιτίβιζαν αντί να «τιβίζουν».
Η δήλωση της μάνας μου ότι έχει κλείσει δυο θέσεις στο μπαράκι για το βράδυ ξεσήκωσε θύελλα αντίδρασης.
-Εγώ δεν ήρθα στο χωριό για να βγω έξω το βράδυ. Θέλω να κουρνιάσω εδώ με τις παντοφλίτσες μου…
- Ο πατέρας σου είναι κουρασμένος και εγώ το έχω υποσχεθεί. Έλα, για λίγο θα πάμε. Και αν έχεις διάθεση μετά συνεχίζεις το πλεξιματάκι σου. 9 η ώρα είναι…

Αφήσαμε τον παππού να λέει τις «ανάποδες» ιστορίες στη μικρή μου, στη ζεστασιά του ημιφωτισμένου δωματίου και με μισή καρδιά την ακολούθησα.

Περίμενε η παρέα. Εκεί όλοι είναι γνωστοί. Μου αρέσει η ζεστασιά και η απλότητα της παρουσίας τους. Μου αρέσει και η τραγουδιστή ποντιακή προφορά τους. Μηχανικά παρήγγειλα ποτό. Ερχόταν κόσμος πολύς. Κάτι 15 χρονα κοριτσάκια καθίσαν δίπλα μας… Πρώτος αιφνιδιασμός. Επόμενοι πελάτες: μια νεαρή παρέα 25-35…Η πόρτα ανοιγόκλεινε ακούραστη. Άρχισαν οι μεγάλες ηλικίες. Κάτι γεροδεμένοι παππούδες μετά των συζύγων. Τα κατακόκκινα μάγουλα τους κραύγαζαν την υγεία τους. Και άλλοι νεαροί, και κοπέλες, ψηλοί οι περισσότεροι…
Ξαφνικά η ματιά μου σταμάτησε στο βάθος. Τι είναι τούτα; Τόση ώρα δεν το είχα προσέξει. Ζωντανή μουσική θα έχει;
-Γι’ αυτό σου λέω. Σήμερα θα τραγουδήσει ο Θεοδοσιάδης, είναι πολύ μεγάλο όνομα στα ποντιακά…
Μου ήρθε ο ουρανός σφοντύλι.
Πόντια στη μισή καταγωγή μου, ριγώ όταν βλέπω τους πόντιους να χορεύουν και να τραγουδούν, ΑΛΛΑ… αυτή η αίσθηση δυστυχώς μου κρατά συνήθως για λίγο.
Νιώθω παράταιρη, δεν ξέρω να χορεύω ποντιακά, δεν τα καταλαβαίνω και όλα τα λόγια στα τραγούδια…Τα γλέντια τα ποντιακά τα αποφεύγω. Γιατί ποτέ δεν κατάλαβα πώς μπορούν μέχρι τις πέντε το πρωί αυτοί οι άνθρωποι να χορεύουν ασταμάτητα… Ίσως και γιατί ζηλεύω. Που ενώ μου αρέσει ο χορός μένω απ’ έξω…
Ποτέ μη λες ποτέ…. Επιβεβαιώνεται μια από τις αγαπημένες μου φράσεις στο μυαλό μου αυτή τη στιγμή.
Ο λυράρης τραγουδιστής που καθόταν τόση ώρα στην παρέα και την έρανε με τη θετική του αύρα πήρε τη λύρα του στο χέρι και εκείνη ξεκίνησε να κλαίει…
Κι «έκλαιγε» τόσο ηχηρά, που μπόρεσε να μετατρέψει την αδιαφορία σε ενδιαφέρον. Κι ήταν τέτοια τα γυρίσματα στη φωνή του που σου μετέδιδε το πάθος του. Και άρχισαν όλοι να χορεύουν. Όλοι εκτός από εμένα. Παρατηρητής διακριτικός, προσπαθούσα να καταλάβω γιατί οι πόντιοι σκύβουν τα κεφάλια όταν χορεύουν και τείνουν το σώμα προς τη γη. Μα, όχι, δεν σκύβουν τα κεφάλια. Είναι κινήσεις πολεμικές αυτές, καθαρά φιγούρες πολέμου. Περήφανιας. Αξιοπρέπειας. Όλες οι ηλικίες μαζί. Αυτό έχουν οι πόντιοι. Ένα γέροι –νέοι. Μαζί.
Σηκώθηκα και ασυναίσθητα γυρίζοντας στους γνωστούς παρατήρησα ότι πήγαινα όλο και πιο κοντά στην αυτοσχέδια πίστα. Ένιωθα τον παλμό τους δυνατά και μετά όλο και πιο κοντά. Δεν τολμούσα. Ο φόβος της έκθεσης με είχε επισκεφθεί, δικτάτορας γίνεται στη θέληση, όμως όλα τα θέλω μου είχαν φύγει από την καρδιά, είχαν φύγει από το μυαλό, συνωστίστηκαν στα πόδια μου που άρχισαν να ακολουθούν τους ρυθμούς του κύκλου, έξω από τον κύκλο. Και τότε έκανα αυτό που δεν τολμούσα εδώ και καιρό. Μπήκα μες στον κύκλο. Να αισθανθώ τη δύναμή τους. Να καταλάβω τι είναι αυτό που τους κάνει να είναι τόσο δεμένοι όταν χορεύουν, πέρα από τις μνήμες, πέρα από την καταγωγή... Μόνο μες στον κύκλο μπορείς να καταλάβεις. Σ’ έναν κύκλο που γεννάει περηφάνια, σ’ έναν κύκλο που σε κάνει να θέλεις να τεντώσεις το κορμί και να σηκώσεις το κεφάλι ψηλά. Η λύρα και το νταούλι, συνδυασμός που συντονίζεται με τους χτύπους της καρδιάς σου….
Κάποια στιγμή στράφηκα να καθίσω. Είχαν δυσκολέψει τα βήματα και έμοιαζαν απογείωσης… Με έσερναν μες στο χορό. Έτσι μόνο μαθαίνεις. Αν χορεύεις… Έξω απ’ το χορό…
Το για λίγο έγινε πολύ. Και το πολύ λίγο.
Αποκοιμήθηκα ελαφριά κι ας ήμουν φορτωμένη: Εικόνες, εμπειρίες, βλέμματα αληθινά, που σε κοιτούν ευθεία, ανθρώπινη ζεστασιά. Πούπουλο το βάρος τους.
40 λεπτά.
Ένας άλλος κόσμος. Φυσικός. Αληθινός. Όμορφος. Απέχει μόλις 40 λεπτά.




Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2008

"Από ένα τόσο δα μικρό παραθυράκι..."

Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που μπορεί και να μην τους συναντήσεις ποτέ στη ζωή σου, αλλά συνήθως κάποιες περίεργες συγκυρίες τους φέρνουν στο δρόμο σου, εκεί που δεν το περιμένεις…
Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που έρχονται στη σωστή στιγμή στη ζωή σου, όταν εσύ δεν το ξέρεις πόσο τους έχεις ανάγκη…
Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που έχουν κλειδιά από πόρτες κλειστές, που μπορεί να μην τις έβλεπες ή που φοβόσουν να πλησιάσεις, γιατί δεν ήξερες τι κρύβεται πίσω από αυτές.
Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι φάροι που σου φωτίζουν το σκοτεινό δωμάτιο στο οποίο νιώθεις εγκλωβισμένος και για καιρό ψηλαφείς τους τοίχους αναζητώντας την έξοδο.

Υπάρχουν άνθρωποι που αν βρουν μισάνοιχτο ένα παραθυράκι στην ψυχή σου, το ανοίγουν διάπλατα και γεμίζει ευωδιά από λεμονανθούς, πασχαλιές και γιασεμιά.
Μπαίνει φρέσκο το αεράκι τους και ξαφνικά όλα μοιάζουν αλλιώς. Και όσα κρυφά επιθυμούσες, και όσα σου έμαθαν να κρύβεις καλά, μηχανικά, από μικρό παιδί.
Κι όλα φαίνονται καινούρια, ανατολές στη θάλασσα, προνόμιο για όσους τολμούν να ταξιδέψουν.
Και όλα διαρκούν. Γιατί η αλήθεια δεν έχει τέλος. Αρκεί να ξεσκονίσεις την αρχή της.
Σπας τα δεσμά σου ονοματίζοντάς τα, γιατί όταν έχεις γευτεί αρμύρα ανατολής, δε φοβάσαι να ονομάσεις. Χωρίς γόρδιους δεσμούς μπορείς να ονειρεύεσαι.


Από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής ερχόταν μυρωδιά λεμονανθού!
Έλα. Μπες στο τρένο κι έλα. Είναι τόσο απλό.
Μα….
Τα μα, πάντα περιμένουν. Τα μα…διογκώνονται όταν τα ποτίζεις . Είναι σφουγγάρια. Ό,τι τους δώσεις το ρουφούν. Και αν είναι δηλητήριο….
Σσς!
Δεν είναι αργά. Ποτέ δεν είναι αργά. Αρκεί που έφτασες εδώ. Αρκεί που τον είδες να στέκεται απέναντι σου, μικρό παιδί με παράπονο για την άδικη τιμωρία του. Τον ίδιο σου τον εαυτό.

Το τραγούδι(ένα αεράκι, Νατάσα Μποφίλιου) αριστερά, αφιερωμένο στη φίλη μου την Ελπίδα, που με περιμένει στο σταθμό του τρένου, κάπου εκεί στην Αθήνα...



9-10-08 ...



Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που σε συμπληρώνουν τόσο υπέροχα...



Η συνέχεια ανήκει στην Dee Dee μου:



"Υπαρχουν ανθρωποι ομπρελιτσα μου που οταν αναβεις ενα κερι σου ερχεται αυθορμητα στο μυαλο μια ευχη γι' αυτους !



Υπαρχουν ανθρωποι που μυριζουν χαρα κι αν σ' αγγιξουν μυριζεις κι εσυ!



Υπαρχουν ανθρωποι που βλεπουν τον καθρεφτη σου πιο καθαρα απο σενα και σου δειχνουν με υπομονη κι αγαπη τις ατελειες!



Υπαρχουν ανθρωποι που διπλα τους νιωθεις να λαμπεις!



Υπαρχουν ανθρωποι που σε πιανουν απο το χερι σταθερα, για να γινεστε μαζι ολο και καλυτεροι!"



Και κάτι ακόμη:



Τυχαία κάποια στιγμή, ένα "δρομάκι" με έφερε σ' αυτό το ξέφωτο.Μικρά, συστολής τα βήματά μου.Κρατούσα σφιχτά την κόκκινη ομπρέλα μου μη βρέξει και πουντιάσω...Και μετά, χάθηκα στις εικόνες, τις μυρωδιές, τα χρώματα που βρήκα εδώ μέσα, στον καθένα σας και κάτι διαφορετικό. Είναι από εκείνα τα μεγάλα μικρά η αίσθηση που αφήνει το μελτέμι όταν σε γαργαλάει. Είναι ευλογία να βρίσκεις γειτονιά μέσα στο δάσος...



Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2008

Με το μυστρί οι μνήμες, με το αλφάδι οι ψυχές

Δεν ήταν τα λίγοστα κέρματα από το άδειο μου πορτοφόλι που οδήγησαν τα βήματά μου στη στάση του λεωφορείου. Έφταναν αν μη τι άλλο για ένα ταξί. Ενστικτωδώς βρέθηκα εκεί. Από τις λιγοστές φορές που είχα χρόνο στη διάθεσή μου. Ή που ήθελα να «κατασκευάσω» περίσσευμα λεπτών. Ακύρωσα το εισιτήριο. Βολεύτηκα στη θέση. Η θέα θα με αποζημίωνε. Η συγκεκριμένη διαδρομή περνά από πολύ ωραίο σημείο της πόλης. Το είχα ανάγκη. Το μποτιλιάρισμα δεν το είχα προβλέψει. Ένας ανεύθυνος φορτηγατζής είχε κλείσει το δρόμο με το φορτηγό του και ανεζητείτο από τους αλαφιασμένους περαστικούς, παρά την επιμονή του καλέσματος της κόρνας του λεωφορείου.Είναι από τις στιγμές που αισθάνεσαι ότι κρατούν μια αιωνιότητα. Κι από τις στιγμές που εφευρίσκεις τρόπους για να περάσεις αυτά τα «αιώνια» λεπτά, που αρχίζεις την παρατήρηση. Ασημί ανταύγειες στη χοάνη του οχήματος. Αυτή ήταν η αίσθηση. Μα, τελικά σ’ αυτήν την πόλη μόνο οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας χρησιμοποιούν την αστική συγκοινωνία. Λαθραία τρύπωνα στις κουβέντες τους. Για τα φάρμακα, για τους γιατρούς, για τα εγγόνια και τα παιδιά τους. Κι ένα «εκεί που είσαι ήμουν» να τριγυρνάει σαν κουνούπι ηχηρό στις γωνίες του μυαλού μου.
Για την Τρίτη ηλικία ξεκίνησε αυτή η ανάρτηση.
Όμως, οι συνειρμοί έχουν περίεργο σινάφι. Κλειστό μερικές φορές, μονοπώλιο κανονικό. Ο δρόμος με έβγαλε στον παππού μου, δεν είχε συνέχεια, μονόδρομος που τον ακολούθησα χωρίς να το καταλάβω. Μια λέξη μόνο στο αφιέρωμα της αγαπημένης μου φίλης,Μαρίας Τζιρίτα, δυναμίτισε ολόκληρη πυριτιδαποθήκη μέσα μου.
Ίσως σας φανώ κουραστική. Είναι όμως από τις φορές που πραγματικά δεν μπορώ να ελέγξω, ούτε το χέρι ούτε τη μνήμη μου. Γιατί φτάνω σε κείνους. Που με μεγάλωσαν, που με ανέστησαν και τους ευγνωμονώ.

Ήμουν τυχερή. Γιατί τα χέρια μου γαντζώθηκαν στους ρόζους των χεριών τους.Εκείνου και εκείνης. Της γιαγιάς και του παππού.
Τραχιά τα χέρια του. Χτίστης ήταν. Τα ρούχα του γεμάτα χράτσια από τσιμέντο.Με έπαιρνε μαζί του στα μερεμέτια των γειτόνων. Σε μια μπλε πλαστική σακούλα τα εργαλεία, σε πάνινο δισάκι το κολατσιό και φύγαμε. Τον παρακολουθούσα να ακουμπά την τέχνη του σε τοιχάρια και σκαλάκια. Το μυστρί και το αλφάδι. Του τα έδινα τελετουργικά. Το βλέμμα μια στα μακριά ακροδάχτυλα του, μια στα εργαλεία.
Ίσως γι’ αυτό η αγάπη μου για τα κάθε είδους εργαλεία. Ίσως από κει η αγάπη για τις ανασκαφές.
Ήμουν τυχερή. Για όλους τους άλλους ήταν ο κυρ Χρήστος. Ο πανήψυλος πόντιος με τα καταγάλανα μάτια. Για μένα ήταν ο παππούς μου. Η λατρεία μου. Και τελικά, όπως μου είπε πρόσφατα, μια πολύ αγαπημένη φίλη, ο μέντοράς μου.
Είχαμε μάθει να σφραγίζουμε τις εποχές με το δικό μας τρόπο. Πάντα στο βουνό. Στο Φουντουκλή. Κι ας περπατούσαμε μέχρι το απογευματάκι. Εγώ κι εκείνος. Και τα μονοπάτια που γνώριζε καλά.
Καλοκαίρι. Αύγουστος. Θεριστές μοσχομυριστής ρίγανης. Την ξεραίναμε σε απλωμένα σεντόνια και τη φυλακίζαμε σε πολύτιμα βαζάκια μέχρι το επόμενο καλοκαίρι.
Φθινόπωρο. Με γαλότσες για μανιτάρια. Για εκείνα τα μεγάλα υπέροχα πορτοκαλί μανιτάρια που η γιαγιά τηγάνιζε κρατσανιστά στη μασίνα με τα ξύλα.
Άνοιξη. Μας περίμεναν οι Ανεμώνες. Τα άδεια χέρια να γεμίσουν, τα άδεια βάζα να γιορτάζουν και οι καρδιές να μοσχομυρίσουν.
Κάθε φορά η ίδια διαδρομή, η ίδια διαδικασία.

Έξι η ώρα το πρωί ήταν το ραντεβού μας, σχεδόν χαράματα. Το σακίδιο στον ώμο, τα χέρια κλειδωμένα. Πρώτη στάση στον «Κόντη», εκείνος μαλεμπί , εγώ ασουρέ. Για το δρόμο. Και μετά το μονοπάτι. Μέχρι τα δώδεκα το είχα μάθει απ’ έξω. Δεύτερη στάση στο πηγάδι με τη μεγάλη λεύκα που φύτεψε ο προπάππος μου. Ο προπάππος τη λέυκα κι ο παππούς τις ιστορίες. Διαδρομές ανθρώπων από τα παλιά, τις χάραζε στα αυλάκια του μυαλού μου, τις φύτευε στην διψασμένη γη μου, τις συνέδεε κρίκο κρίκο στην αλυσίδα της μνήμης μου. Κι εγώ τον θαύμαζα. Που ήξερε τόσο πολλά. Που μου μάθαινε άλλα τόσα. Κι όταν χανόμουν στις μπλε φουρτουνιασμένες θάλασσες των ματιών του ήξερα τη δύναμή μου. Ήξερα ότι μπορώ να τις γαληνέψω. Κι ας μην το είχα συνειδητοποιήσει τότε. Κοντά στη Λεύκα και τα χαλάσματα από το γκρεμισμένο σπίτι της γιαγιάς.Εκεί συναντούσα τους Βούλγαρους κατακτητές που έμειναν για αρκετό διάστημα στο σπίτι. Λίγο πιο πέρα κι ένα φυλάκιο με πολεμίστρες. Έμπαινα μέσα, μου άρεσε η μυρωδιά του παλιού, μου άρεσε το μισοσκόταδό του.
Άλλες εποχές τότε. Δε φοβόσουν να περπατήσεις στο βουνό. Καμία υποψία κινδύνου.
Καμία υπόνοια γκρίζου.


Στην αυλίτσα του σπιτιού, κι ας ήταν μες στην πόλη, είχε φυτέψει 15 δέντρα. Όλα οπωροφόρα. Η φλαμουριά μας ευωδιάζε όλο το καλοκαίρι. Το φλαμούρι μας σε σακουλάκια δινόταν στους γειτόνους. Η δάφνη, η μυγδαλιά, η καρυδιά, η ροδακινιά, η ροδιά, τα κεραμίδια όπου έριχνα σφεντόνα τις ευχές μου μαζί με τα πρώτα μου δοντάκια, ο κήπος με τα λαχανικά και το πεζουλάκι με τα καρότα… Το λεηλατούσαμε σε κάθε διάλειμμα, στην Πέμπτη και έκτη δημοτικού, για τον πορτοκαλί θησαυρό του, μιμούμενοι τον δάσκαλο που σε κάθε διάλειμμα ροκάνιζε προκλητικά ένα καρότο, καθαρισμένο μέσα στην τάξη, πριν χτυπήσει το κουδούνι. Εισβολή παίδων και κορασίδων και δος του η γιαγιά να χώνει βαθια στο χώμα τους σπόρους των καρότων. Εκεί, πλάι στο πεζουλάκι η αιώρα που εκείνος είχε φτιάξει. Βυθισμένη στο λίκνισμα της αγκαλιάς της τον έβλεπα να πλέκει υπομονετικά με ξερά φύλλα από καλαμπόκι τα καλάθια του. Εκεί, κάτω από το παράθυρο, απ’ όπου ξεγλίστραγαν οι νότες της γιαγιάς καθώς κεντούσε στη μηχανή της.


Όταν έλειπε το ήξερα. Θα γύρναγε με το λουκουμάκι από το καφενείο για μένα. Κι όταν κέρδιζε στο τάβλι ήξερα ότι θα είχε σοκολάτα. Εκείνος στον καναπέ κι εγώ στους ώμους του. Χάιδευα τα λιγοστά άσπρα του μαλλιά και μετρούσα τους ρόμβους στον πολυκαιρισμένο του σβέρκο. Μαζί του στα χαράματα ξυπνούσα για να ρουφήξω τον σπιτικό τραχανά το χειμώνα και να μοιραστώ τη ζεστασιά του μαγκαλιού. Τα χέρια μας συνομωτική τετράδα πάνω απ’ το μαγκάλι. Και τότε έρχονταν πάλι τα λόγια . Ποτέ συμβουλές. Πάντα έπαινοι. Και ζεστασιά. Και μεθυστική αγάπη.
Σφηνοειδής η γραφή του άφηνε τα εντυπώματά της στην λεία επιφάνεια της ψυχής μου. Ακόμη και τώρα, κάθε φορά που διατρέχω τις πρώτες μου ρυτίδες στη λεία εκείνη επιφάνεια γυρίζω. Κι ας μη πρόλαβε η παιδική ματιά μου να ενηλικιωθεί κοντά του. Κι ας μην είχα καταλάβει τότε τι σημαίνει περήφανος πόντιος και ποια βήματα τον οδήγησαν στην δική μου αγκαλιά. Κι ας μην πρόλαβα την τελευταία του αγκαλιά που με περίμενε ανοιχτή με κόπο. Κι ας μας πρόδωσε ο χωρισμός μας. Στις στιγμές τις πορφυρές από το βαθύ κόκκινο της ευτυχίας αλλά και στις άλλες, τις δύσκολες, τις αφυδατωμένες, πάντα το όνομά του ψελλίζω.
Δεν είχα σκοπό να γράψω σήμερα.
Η ανάρτηση της Μαρίας Τζιρίτα για την Τρίτη ηλικία μου τον έφερε τόσο κοντά, μα τόσο κοντά, να σε απόσταση αναπνοής τον άκουγα να με φωνάζει όπως τότε που παίζαμε με την ηχώ μας στο πηγάδι: ούου!
Και για μια ακόμη φορά αισθάνομαι τυχερή. Που μεγάλωσα με την γιαγιά και τον παππού. Και συνειδητοποιώ πόσο καθόλου ξεχασμένη δεν είναι η γεύση τους. Πόσο παραπλανητικά μου την έχει κλέψει μια παράλογη κεκτημένη ταχύτητα. Και μια ενηλικίωση που έχει πια παγιωθεί και δε μου αφήνει περιθώρια να παιδιαρίσω, γιατί έχω το δικό μου παιδί. Κι όμως. Μου λείπει τόσο πολύ εκείνη η ώρα που η γιαγιά μου χτένιζε τα μαλλιά και μου τα στόλιζε με κοκαλάκια. Που ο άλλος μου ο παππούς μετά την ιεροτελεστία της φέτας του ψωμιού με το λάδι και τη ρίγανη μου μάθαινε το «πιστεύω», και εκείνη η γλυκιά, αχ πόσο γλυκιά εισβολή της γιαγιάς μου στο φοιτητικό μου καταφύγιο με τη λεκάνη το ζεστό νερό για να με χαλαρώσει από το διάβασμα και τις ευωδιές από τα μαγειρευτά της στην κουζίνα. Αυτό το αλλαζονικά εγωιστικό σύνδρομο προστασίας που εκδηλώνεται αυτόματα με την παρουσία της γιαγιάς και του παππού. Και που τόσο πολύ τελικά το καταπιέζουμε ορισμένες φορές, γιατί ναι, είμαστε πια μεγάλα παιδιά! Μεγάλα και παιδιά. Τόσο παράλογα. Τόσο λογικά!